Η Γεωργία Αντωνάκη επέστρεψε πρόσφατα μετά από πολλά χρόνια ζωής σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στο χωριό της τα Aγκουσελιανά Ρεθύμνης και δημιούργησε το πρώτο hide στο νησί. Hide ουσιαστικά ονομάζεται ένα «σπιτάκι» έξω στη φύση, που φιλοξενεί φωτογράφους και παρατηρητές, οι οποίοι μπορούν να «κρυφτούν» εκεί για αρκετές ώρες, ώστε να έρθουν σε κοντινή απόσταση από τα άγρια ζώα της περιοχής, χωρίς να παρεμβαίνουν και να ενοχλούν.
Πέρα από τις διάφορες καινοτομίες –σε παγκόσμιο επίπεδο– του συγκεκριμένου hide, το εξίσου σημαντικό της υπόθεσης είναι πως δίπλα ακριβώς, η Γεωργία, με πολλή δουλειά και κόπο, δημιούργησε έναν σταθμό νερού, επιδιώκοντας να δώσει λύση στο πρόβλημα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν οι γύπες, ειδικά το καλοκαίρι. Μιλάμε λοιπόν για μια επιστροφή στο χωριό, με μια ιδιαίτερη επαγγελματική ενασχόληση και ξεκάθαρα θετικό αποτύπωμα στην κοινότητα. Ακολουθεί η ιστορία της με τα δικά της λόγια, όπως την αφηγήθηκε στη lifo.gr
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ρέθυμνο, σε ένα χωριό νότια του νομού, τα Αγκουσελιανά, με παιδικά χρόνια γεμάτα ελευθερία, φύση και ανεμελιά. Το χωριό ήταν ο κόσμος μου. Παιχνίδι, χώμα, ζώα, ουρανός.
Έφυγα από την Κρήτη για να σπουδάσω Αισθητική και Κοσμετολογία στη Θεσσαλονίκη και λίγα χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκα στην Αθήνα. Εκεί δημιούργησα το δικό μου κέντρο αισθητικής, όμως παράλληλα μεγάλωνε μέσα μου μια βαθιά ανάγκη για επαφή με τη φύση και τον κόσμο έξω από τα όρια της πόλης. Αυτή η ανάγκη με έκανε να ταξιδέψω πολύ, συχνά σε μακρινά μέρη, αναζητώντας αυθεντικές εμπειρίες, άγρια τοπία και μια αίσθηση ελευθερίας που μου θύμιζε, κατά έναν τρόπο, τα παιδικά μου χρόνια.
Το 2025 μόλις είχε μπει. Τότε δεν ένιωσα ότι ήρθε ένα νέο έτος αλλά ότι μετράω έναν χρόνο λιγότερο στη ζωή μου. Ήξερα πλέον τι ήθελα. Ήθελα να βλέπω τις άγριες βουνοκορφές της Κρήτης, να χώνομαι στα φαράγγια της, να ακούω τις πέρδικες, να χαζεύω τους υπερμεγέθεις γύπες και τους μεγαλειώδεις χρυσαετούς· τα βράδια να προσπαθώ να μην τρομάξω τους λαγούς, την ώρα που τα αστέρια και η απεραντοσύνη του νυχτερινού ουρανού μού υπενθυμίζουν πόσο μικροί είμαστε. Ήθελα να πέφτω για ύπνο και από το ανοιχτό παράθυρο να ακούω την Τυτώ να “ουρλιάζει” και κάπου μακριά έναν λυράρη να παίζει σκοπούς. Και τελικά, το έκανα!
Οι φίλοι μου το ήξεραν, το περίμεναν. Κάποιοι το είδαν ως γενναία κίνηση, κάποιοι άλλοι ως ριψοκίνδυνη και παράλογη απόφαση. Άνθρωποι που ανησύχησαν μού είπαν ότι αφήνω πίσω μια “έτοιμη” ζωή. Εκείνοι όμως που με γνωρίζουν καλύτερα, κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο για φυγή αλλά για επιστροφή.
Η μετάβαση δεν ήταν απλή ούτε ρομαντική, όπως ίσως φαντάζεται κανείς. Είχε μοναξιά, πρακτικές δυσκολίες και στιγμές αμφιβολίας. Ταυτόχρονα όμως είχε και κάτι πολύ απελευθερωτικό, τον χρόνο να ακούσω τον εαυτό μου, να δουλέψω με τους δικούς μου ρυθμούς και να συνδεθώ ουσιαστικά με τον τόπο. Σιγά σιγά η φύση έπαψε να είναι σκηνικό και έγινε καθημερινότητα και μέρος της δουλειάς μου. Ήταν μια συνειδητή προσαρμογή σε έναν τρόπο ζωής που μου ταίριαζε περισσότερο.
Ασχολούμαι με τη φωτογραφία άγριων ζώων και την παρατήρηση πουλιών εδώ και πολλά χρόνια. Αρχικά η ιδέα ήταν να προσφέρω εκδρομές για φωτογράφιση και birdwatching, ένα χόμπι με τεράστιο ενδιαφέρον και κοινό σε όλο τον κόσμο. Στην πορεία όμως η πραγματικότητα της φύσης στην Κρήτη μού έδειξε κάτι πιο επείγον. Βλέποντας τους γύπες να αντιμετωπίζουν τον θάνατο, κυρίως λόγω αφυδάτωσης τους καλοκαιρινούς μήνες, και παρακολουθώντας πολύ καλούς μου φίλους να παλεύουν με αυτοθυσία για να τους σώσουν, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα ενός σταθμού νερού σε καίριο σημείο. Ένα σημείο που κυριολεκτικά θα σώζει ζωές! Το να συνδυάσω αυτή την ανάγκη με τη φωτογραφία και την παρατήρηση άγριας ζωής ήταν κάτι που μου φάνηκε ουσιαστικό. Έτσι, με υπερβολικά πολλή δουλειά, κόπο και κούραση, δημιούργησα το πρώτο hide στην Κρήτη, σε ένα από το πιο όμορφα και άγρια σημεία της.

Το hide είναι ένα “σπιτάκι” που φιλοξενεί φωτογράφους και παρατηρητές, οι οποίοι “κρύβονται” εκεί για αρκετές ώρες, κάνοντας απόλυτη ησυχία ώστε να έχουν τη δυνατότητα να έρθουν σε πολύ κοντινή απόσταση από τα ζώα, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί, χωρίς να παρεμβαίνουν, χωρίς να ενοχλούν.
Υπάρχουν και κάποια, ελάχιστα, οργανωμένα hides στη Βόρεια Ελλάδα για πουλιά και άγρια θηλαστικά που αποτελούν σημαντικές προσπάθειες για την παρατήρηση της άγριας ζωής. Αυτό που διαφοροποιεί το δικό μου hide είναι ο τρόπος που έχει σχεδιαστεί και ο λόγος που δημιουργήθηκε. Επαναπροσδιορίζει πλήρως την έννοια του φωτογραφικού καταφυγίου στη φύση. Δεν πρόκειται απλώς για μια κρυψώνα αλλά για έναν ολοκληρωμένο, φιλικό στο περιβάλλον σταθμό παρατήρησης και παραμονής, σχεδιασμένο ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να μείνει πολλές ώρες χωρίς σωματική και ψυχική καταπόνηση. Είναι ευρύχωρο και άνετο, φιλοξενεί έως έξι άτομα και διαθέτει εργονομικές καρέκλες τύπου gaming, κρεβάτια για ξεκούραση, καφέ και άλλα ροφήματα, αυτόνομη παροχή ρεύματος μέσω power station, στοιχεία που μέχρι σήμερα δύσκολα συναντά κανείς, ακόμη και στα πιο οργανωμένα hides του εξωτερικού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην καθολική προσβασιμότητα. Το hide είναι πλήρως προσβάσιμο σε άτομα με κινητικά προβλήματα, τόσο ως προς την είσοδο και την εσωτερική του κίνηση όσο και ως προς τη χρήση του εξοπλισμού. Διαθέτει τουαλέτα ΑμεΑ, επαρκή χώρο ελιγμών και σχεδιασμό που επιτρέπει σε κάποιον να φωτογραφίσει ή να παρατηρήσει χωρίς περιορισμούς. Φωτογραφικά, ο χώρος προσφέρει πολλαπλές επιλογές λήψης, με ειδικά φωτογραφικά ανοίγματα, low-angle θέσεις και οδικά τζάμια που εξασφαλίζουν άνεση και σταθερότητα. Παράλληλα, ο σταθμός νερού που έχει ενσωματωθεί λειτουργεί προς όφελος της άγριας ζωής, ενισχύοντας τη βιοποικιλότητα χωρίς ανθρώπινη όχληση. Το αποτέλεσμα είναι ένα hide πρωτότυπο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το χωριό είναι μικρό, είναι ζωντανό, έχει κινητικότητα, ακόμα κι αν δεν βλέπεις κανέναν στον δρόμο. Είναι γεμάτο ανθρώπους που έζησαν σε μια άλλη εποχή, σαν ένα παράλληλο σύμπαν για εμάς. Και είναι εκεί να αφηγούνται ιστορίες ώστε να μην ξεχαστούν. Οι κάτοικοι αγαπιούνται, τσακώνονται, γλεντούν, πίνουν, λένε μαντινάδες, είναι ζωντανοί! Εδώ η φύση δεν είναι φόντο, είναι συνομιλητής. Σε μαθαίνει να παρατηρείς, να σέβεσαι, να επιβιώνεις. Εδώ έχεις μια αίσθηση ελευθερίας και αλήθειας που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Για μένα το χωριό δεν είναι καταφύγιο, τόπος φυγής, αλλά ένας τόπος που σε φέρνει πιο κοντά στον εαυτό σου.
Τον χειμώνα, τον περισσότερο χρόνο τον περνάω στο βουνό παρατηρώντας και φωτογραφίζοντας πουλιά. Αγαπώ τη σιωπή και τις μεγάλες πεζοπορίες. Έχω και κάποιες αγροτικές ασχολίες, όπως οι ελιές και το περιβόλι, και φυσικά τις συζητήσεις με τους γηραιότερους που μάλλον ποτέ δεν θα βαρεθώ. Το καλοκαίρι ο τόπος αλλάζει παλμό. Έρχεται κόσμος, ακούγονται φωνές. Υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για έξοδο, για κίνηση, για μοίρασμα. Έρχονται φίλοι, οι μέρες γεμίζουν.
Στα θετικά της ζωής εδώ περιλαμβάνονται όλα τα κλισέ που σίγουρα έχεις ακούσει από όλους, όπως ποιότητα ζωής, περισσότερος χρόνος κ.λπ. Εγώ θα πω ότι εδώ μπορείς να ακούσεις τις σκέψεις σου, εδώ ακούς εσένα! Στα αρνητικά περιλαμβάνονται οι περιορισμένες υποδομές, η μοναχικότητα, που ισχύει και για τον επαγγελματικό τομέα, όπου καλείσαι να κάνεις περισσότερα πράγματα μόνος, χωρίς την ευκολία δικτύων και άμεσης πρόσβασης που προσφέρει ένα αστικό κέντρο.
Φυσικά και μου λείπει η Αθήνα. Το ότι πλέον μένω στην Κρήτη δεν σημαίνει πως δεν την επισκέπτομαι. Οι αποστάσεις δεν με τρομάζουν. Όταν κάποιος μετακομίζει στην επαρχία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποκόπτεται από τον υπόλοιπο κόσμο. Ίσως αυτή η αντίληψη να φοβίζει πολλούς ανθρώπους. Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι στο χωριό μου, δεν θα ήταν ο χαρακτήρας του, ούτε η αγριάδα του – αυτά είναι η ταυτότητά του.
Θα ήθελα περισσότερη φροντίδα για τα ζώα και το περιβάλλον μέσα από απλές πράξεις σεβασμού. Περισσότερη μέριμνα για τα αδέσποτα και προστασία της άγριας ζωής. Η φύση είναι γενναιόδωρη, αλλά και ευάλωτη. Επίσης θα ήθελα να υπάρχει περισσότερη φροντίδα για τους ανθρώπους που επιλέγουν να μείνουν ή να επιστρέψουν. Περισσότερες υποδομές, καλύτερη πρόσβαση, πρωτοβουλίες που σέβονται τον τόπο και δεν τον αλλοιώνουν.
Αν έπρεπε να δώσω μια συμβουλή σε κάποιον που σκέπτεται να κάνει αντίστοιχη κίνηση και να μείνει σε έναν μικρό τόπο, θα απαντούσα όσο πιο λακωνικά γίνεται: τα πράγματα είναι απλά και η ζωή μικρή. Να κυνηγήσει αυτό που τον κάνει να νιώθει ζωντανός, ακόμη κι αν δεν μοιάζει απόλυτα ασφαλές».