«Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή, εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιο σοφή».
(Κ.Π. Καβάφης, Η Δόξα των Πτολεμαίων, στίχοι 8-9).

Ως πανελλήνια κορυφή έβλεπε την Αλεξάνδρεια ο Καβάφης. «Σ’ αυτήν προστρέχουν για φώτα οι Έλληνες απ’ την Πελοπόννησο, από την Σικελία, από την Κάτω Ιταλία, από τες Νήσους, απ’ την Μικρά Ασία, απ’ αλλού. Είναι όθεν η κορυφή –αλληγορικώς- του έθνους», επεξηγούσε ο ίδιος, σε πεζό του σχόλιο. Κορυφή στον λόγο και στην τέχνη, μα και σοφή· για φώτα, αν χρειαζόσουν, στην Αλεξάνδρεια έπρεπε να προστρέξεις.

Φάρος των ελληνικών γραμμάτων και του πολιτισμού υπήρξε ετούτη η μεγάλη πολιτεία. Αλλά και τόσες άλλες· η Σμύρνη κι η Κωνσταντινούπολη, η Τραπεζούντα και η Οδησσός, με τις κοσμοπολίτικες κι εξωστρεφείς ελληνικές κοινότητες, έθρεφαν το μυροβόλο δέντρο του οικουμενικού ελληνισμού.

Πάμπολλες κορυφές, μεγάλες και μικρότερες, είχε ο ελληνισμός, γύρω τριγύρω στην Ανατολική Μεσόγειο· τόσες, όσες κι οι παροικίες του. Με πνεύμα ελεύθερο κι ανήσυχο, φτιάχνανε δίκτυα κι ανοίγανε διαύλους, τροχίζανε τις τέχνες και τα γράμματα, οργώνανε και σπέρνανε κι ανθίζανε και καρπίζανε εμπόριο και λόγο, ανακατεμένοι με τους ανθρώπους, τους λαούς και τους πολιτισμούς του κόσμου. Παίρνανε δάνεια κι επιρροές, τα σμιλεύανε μες στο πνευματικό τους εργαστήρι κι εκπέμπανε φως και δημιουργία. Με πνεύμα ευρύ κι αυτοπεποίθηση, δίχως φόβο απέναντι στο ξένο και στ’ αλλιώτικο· να παίρνουν οξυγόνο απ’ το ξένο και τ’ αλλιώτικο.

Μα ξάφνου γυρίσανε οι καιροί και σβήσανε οι φάροι. Μαζεύτηκαν οι Έλληνες της Οικουμένης, Πόντιοι και Σμυρνιοί, Κωνσταντινουπολίτες κι Αιγυπτιώτες, όλοι οι παλιοί κοσμοπολίτες σ’ αυτό εδώ το Αλωνάκι, με τις δικές του ξεπεσμένες μητροπόλεις, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Γιάννενα και Μεγάλο Κάστρο, ν’ ασφυκτιούνε μέσα στην εσωστρέφεια και τη μονομανία. Δίχως ωσμώσεις και δίχως οικουμενικότητα, ξενόφοβοι μα και ξενομανείς, αμετροεπείς και ξιπασμένοι, ανασφαλείς και φοβικοί, ιδεοληπτικοί και διαρκώς εξαρτημένοι, να σφαλίζουνε τα μάτια τους στο φως και να κανιβαλίζονται μες στο σκοτάδι, ν’ απαξιώνουνε τους εαυτούς τους και να φορούν αταίριαστες προβιές, να πνίγονται μέσα σε ξένους δείκτες και κανόνες, να απαρνιούνται τον τρόπο τους τον ριζωμένο στον αιώνα, να κλείνουνε τ’ αυτιά στους Ποιητές τους και να δοξολογούν τους ιδιοτελείς και τους δημοκόπους.

Κι είναι απορίας άξιο, πώς οι παλιοί κοσμοπολίτες από τις δοξασμένες μητροπόλεις της Ελλάδας του φωτός, κατόρθωσαν να φτιάξουνε τούτην εδώ την παραπεταμένη επαρχία.

Από το αρχείο του Λευτέρη Κουγιουμουτζή στην «Εφημερίδα των Συντακτών»

Λευτέρης Κουγιουμουτζής

Ο Λευτέρης Κουγιουμουτζής είναι Μαθηματικός.