Ο πόλεμος στο Ιράν και οι ευρύτερες γεωπολιτικές αναταράξεις που επιφέρει προκαλούν νέο, βίαιο ράλι τιμών στις θαλάσσιες μεταφορές. Το κόστος μεταφοράς για τα εμπορευματοκιβώτια εκτινάσσεται, οι ναύλοι των υπερδεξαμενόπλοιων (VLCC) σημειώνουν αλλεπάλληλα νέα ιστορικά ρεκόρ και ο λογαριασμός αυτής της εφοδιαστικής αναταραχής έχει ήδη βάλει πλώρη για τα ράφια της λιανικής και τα κέντρα προμηθειών των επιχειρήσεων.
Στη βασική εμπορική αρτηρία που συνδέει τα λιμάνια της Ασίας με τη Βόρεια Ευρώπη και τη Μεσόγειο, ο ναύλος για ένα τυπικό εμπορευματοκιβώτιο 40 ποδών (FEU) κατέγραψε τις τελευταίες μέρες άλμα 20%. Πρακτικά, ένα μέσο συμβόλαιο που πριν από την κρίση κυμαινόταν στα 5.000 δολάρια, έχει πλέον αναρριχηθεί στα 6.000 με 6.500 δολάρια. Σε περιπτώσεις άμεσης φόρτωσης (spot) οι τιμές σπάνε το φράγμα των 7.000 δολαρίων. Η αποφυγή των εμπόλεμων ζωνών και ο υποχρεωτικός περίπλους του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας προσθέτουν 10 έως 14 ημέρες στον χρόνο ταξιδιού (transit time). Αυτό απαιτεί επιπλέον κατανάλωση ναυτιλιακού καυσίμου ανά πλοίο, γεγονός που μεταφράζεται σε πρόσθετο λειτουργικό κόστος.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στην αγορά μεταφοράς αργού πετρελαίου. Η απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να εκτρέψει εσπευσμένα εξαγωγικές ροές περίπου 120 εκατ. βαρελιών μακριά από την Ερυθρά Θάλασσα –ποσότητα που υπερβαίνει τη συνολική παγκόσμια ημερήσια κατανάλωση– εξαιτίας του ιρανικού μπλόκου στα Στενά του Ορμούζ δημιούργησε απόλυτη στενότητα χωρητικότητας.
Η σπουδή των ναυλωτών να εξασφαλίσουν τονάζ εκτόξευσε τα ημερήσια έσοδα των υπερδεξαμενόπλοιων (VLCCs, χωρητικότητας 300.000 τόνων DWT). Είναι ενδεικτικό ότι την περασμένη Παρασκευή, δεξαμενόπλοιο συμφερόντων του ομίλου Εμπειρίκου εξασφάλισε τον πρωτοφανή ναύλο των 770.000 δολαρίων ημερησίως για φόρτωση από τον Περσικό Κόλπο με κατεύθυνση την Ασία.
Η αβεβαιότητα στην αγορά αντικατοπτρίζεται ωστόσο ανάγλυφη στο χάσμα μεταξύ της τρέχουσας spot αγοράς και των προθεσμιακών συμβολαίων. Σύμφωνα με χρηματιστηριακά δεδομένα (FFAs), τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για τον τρέχοντα μήνα αποτυπώνουν την απόλυτη κορύφωση του ρίσκου, με τις τιμές να σκαρφαλώνουν ακόμη και στα 900.000 δολάρια την ημέρα. Εντούτοις, η εικόνα ανατρέπεται τον Απρίλιο, με τις τιμές των αντίστοιχων συμβολαίων να υποχωρούν δραστικά κοντά στα 200.000 δολάρια ημερησίως. Αυτή η πτώση καταδεικνύει ότι η αγορά προεξοφλεί δύο πιθανά, αλλά εξίσου ακραία σενάρια: είτε μια ταχύτατη επίλυση που θα εγγυηθεί την ανοιχτή διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, είτε μια γενικευμένη κατάρρευση της ζήτησης που θα «παγώσει» το παγκόσμιο εμπόριο.
Μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο, οι παρενέργειες στην πραγματική οικονομία θεωρούνται δεδομένες. Στην Ελλάδα, κύκλοι της αγοράς επισημαίνουν ότι τα περιθώρια κέρδους των εισαγωγικών επιχειρήσεων συχνά είναι απαγορευτικά για την απορρόφηση αυτών των απρόβλεπτων εξόδων, καθιστώντας μονόδρομο τη μετακύλισή τους στην κατανάλωση.
Το πλήγμα θα είναι μεγαλύτερο για τις εταιρείες που εισάγουν προϊόντα μεγάλου όγκου, όπως έπιπλα, λευκές ηλεκτρικές συσκευές και ογκώδη οικοδομικά υλικά. Καθώς σε ένα εμπορευματοκιβώτιο χωρούν ελάχιστα τέτοια τεμάχια συγκριτικά με τα μικροεμπορεύματα, το επιπλέον «καπέλο» του ναύλου διαιρείται σε πολύ μικρότερο αριθμό προϊόντων. Αν, για παράδειγμα, σε ένα 40άρι κοντέινερ χωρούν 40 έως 50 μεγάλα ψυγεία, μια ξαφνική αύξηση του ναύλου κατά 2.000 δολάρια σημαίνει αυτόματα καθαρή επιβάρυνση 40 με 50 δολαρίων ανά συσκευή. Το ποσό αυτό, αφού περάσει από εκτελωνισμούς, ΦΠΑ και περιθώρια μεικτού κέρδους λιανικής, θα μεταφραστεί σε μια σημαντική ανατίμηση που θα φανεί απευθείας στην τελική τιμή στο ράφι.