Διευκρινίσεις ΑΑΔΕ για την έφεση κατά Τυχεροπούλου: «Δεν τίθεται ζήτημα επανατοποθέτησης»

Στις 30 Μαρτίου το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ακύρωσε την απόφαση της διοίκησης Μπαμπασίδη με την οποία η Παρασκευή Τυχεροπούλου απομακρύνθηκε από τη θέση της διευθύντριας Εσωτερικού Ελέγχου, κρίνοντάς την «παράνομη και καταχρηστική».

Δεν τίθεται ζήτημα επανατοποθέτησης της Παρασκευής Τυχεροπούλου στην καταργηθείσα θέση ευθύνης από 1/1/2026, αναφέρει η ΑΑΔΕ σε νεότερη ανακοίνωσή της, με αφορμή δημοσιεύματα και αναφορές σε τηλεοπτικές εκπομπές σχετικά με την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Υπενθυμίζεται πως στις 30 Μαρτίου το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ακύρωσε την απόφαση της διοίκησης Μπαμπασίδη με την οποία η Παρασκευή Τυχεροπούλου απομακρύνθηκε από τη θέση της διευθύντριας Εσωτερικού Ελέγχου, κρίνοντάς την «παράνομη και καταχρηστική». Ωστόσο, η ΑΑΔΕ άσκησε έφεση κατά της δικαστικής αυτής απόφασης που δικαίωνε την πρώην διευθύντρια Εσωτερικού Ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ και ζητούσε την επανατοποθέτησή της.

Οπως αναφέρεται στη σχετική διευκρινιστική ανακοίνωση της ΑΑΔΕ, δεν τίθεται ζήτημα επανατοποθέτησης της κ. Τυχεροπούλου, καθώς «η εν λόγω θέση ευθύνης δεν υφίσταται από 1/1/2026, μετά την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, καθώς οι συγκεκριμένες αρμοδιότητες εσωτερικού ελέγχου μεταφέρθηκαν στην υφιστάμενη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της ΑΑΔΕ», αλλά και καθώς «η τοποθέτηση υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης της ΑΑΔΕ διενεργείται μέσω ανοικτών διαδικασιών».

Η ανακοίνωση
«1. Η ΑΑΔΕ, ως δημόσια υπηρεσία, προβαίνει στην άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει σχετική εισήγηση των νομικών παραστατών της και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (συναφής η από 31/3/2026 ενημέρωσή μας προς τα ΜΜΕ). Η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων αποτελεί ταυτόχρονα δικαίωμα και υποχρέωση της Υπηρεσίας, για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Η μη άσκηση ενδίκου μέσου, παρά τη σχετική θετική εισήγηση προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΑΑΔΕ, εγείρει ζήτημα πειθαρχικής και ποινικής ευθύνης των αρμοδίων οργάνων της Υπηρεσίας. Πολύ περισσότερο, όταν το αντικείμενο της δικαστικής διαφοράς, σε υποθέσεις τέτοιας φύσης, είναι η καταβολή χρηματικών ποσών από δημόσιους πόρους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.

2. Σε διάφορα δημοσιεύματα και αναφορές επιχειρείται να δοθεί η εντύπωση ότι η έκδοση της μη εκτελεστής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου επί της εν λόγω υπόθεσης, η οποία, σημειωτέον, συζητήθηκε πριν από την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, συνεπάγεται την υποχρέωση της ΑΑΔΕ να επανατοποθετήσει την εν λόγω υπάλληλο ως προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Τούτο είναι ανακριβές, διότι η εν λόγω θέση ευθύνης δεν υφίσταται από 1/1/2026, μετά την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, καθώς οι συγκεκριμένες αρμοδιότητες εσωτερικού ελέγχου μεταφέρθηκαν στην υφιστάμενη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της ΑΑΔΕ, η οποία λειτουργεί από συστάσεως της Αρχής, την 1/1/2017, και στην οποία, σύμφωνα με τον Οργανισμό της ΑΑΔΕ, πάντοτε προΐσταται υπάλληλος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ). Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα επανατοποθέτησης της εν λόγω υπαλλήλου στην καταργηθείσα θέση ευθύνης από 1/1/2026 και μετά, αλλά μόνο τυχόν καταβολής χρηματικών ποσών από δημόσιους πόρους προς την εν λόγω υπάλληλο, σε περίπτωση απόρριψης των ένδικων μέσων.

3. Η τοποθέτηση υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης της ΑΑΔΕ διενεργείται μέσω ανοικτών διαδικασιών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που προβλέπονται στον Νόμο και τον Οργανισμό της Αρχής. Δεν είναι νομικά δυνατή η τοποθέτηση σε θέση ευθύνης, χωρίς την πλήρη τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων ούτε η παράκαμψη της διαδικασίας επιλογής.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η μη άσκηση ένδικου μέσου στην προκειμένη περίπτωση θα αποτελούσε όχι μόνο προνομιακή μεταχείριση, αλλά και λόγο αναζήτησης πειθαρχικών και ποινικών ευθυνών από τα αρμόδια όργανα της ΑΑΔΕ που παρέλειψαν να προβούν στις προβλεπόμενες ενέργειες.

Η ΑΑΔΕ σέβεται τα δικαιώματα του συνόλου των 12.000 των εργαζόμενων της και εφαρμόζει ενιαία το θεσμικό πλαίσιο, με βάση τις αρχές της ισότητας, της αμεροληψίας και της μη διάκρισης, με στόχο τη διασφάλιση της νομιμότητας και της ορθής λειτουργίας της Διοίκησης. Αυτονόητα, εφαρμόζει όλες τις δικαστικές αποφάσεις από τις οποίες προκύπτει υποχρέωση συμμόρφωσής της. Ταυτόχρονα αναμένει από τους υπαλλήλους της τον σεβασμό των διαδικασιών που προβλέπονται στον νόμο και το κανονιστικό πλαίσιο και αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση και εξέλιξη».

Προηγούμενο

Ο καφές επιβραδύνει τη γήρανση – Τι δείχνει επιστημονική έρευνα

Επόμενο

Υψηλές συγκεντρώσεις γύρης σήμερα στην Κρήτη, κοκτέιλ σκόνης και ζέστης από Πέμπτη

Σχετικά Άρθρα