Συνολικά το 30% του γενικού πληθυσμού στην Ελλάδα μπορεί να χαρακτηριστεί παχύσαρκο ενώ περίπου το 60-70% βρίσκεται στο όριο υπερβαρότητας και πολύ κοντά στα όρια της παχυσαρκίας, η οποία προσεγγίζεται πλέον από την ιατρική κοινότητα ως επιδημία του 21ου αιώνα.
Τα σύγχρονα πρότυπα ζωής, με έντονη καθιστική ζωή, μειωμένη σωματική άσκηση και κακή διατροφή, σε συνδυασμό με την διάγνωση πλέον της παχυσαρκίας ως μία νόσου που καθορίζεται σημαντικά από τη γεννητικότητα έχουν οδηγήσει, σε ραγδαία αύξηση όχι μόνο ενήλικης, αλλά και παιδικής παχυσαρκίας. Οι διατροφικές αντιλήψεις, η στέρηση εκπαίδευσης στον τρόπο προσέγγισης της λήψης φαγητού και οι αντιλήψεις, τα πρότυπα και οι συνήθειες των τελευταίων ετών συνθέτουν μία κοινωνία, ατόμων με αυξημένο βάρος, εκτεθειμένων σε σοβαρά προβλήματα υγείας. Σε αυτό το πλαίσιο, τα ενέσιμα φάρμακα που μπορούν να ληφθούν πλέον από τα τοπικά φαρμακεία και να χορηγηθούν σε παχύσαρκους ασθενείς προσφέρουν λύσεις σε ένα διαγνωσμένο ιατρικό πρόβλημα, το οποίο ωστόσο για να έχει αποτελέσματα πρέπει να συνοδεύεται από ραγδαίες και μόνιμες αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε στην Τηλεόραση CRETA και το μεσημβρινό δελτίο ειδήσεων με τον Σωτήρη Μεταξά, η Ευθυμία Μανδαλάκη, υπεύθυνη του Διαβητολογικού Κέντρου στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου: «Έχουμε συνειδητοποιήσει καλά οι κλινικοί γιατροί ότι η παχυσαρκία είναι μία χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσος, που καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό γενετικά, δηλαδή γεννώνται οι άνθρωποι με μία τάση να εμφανίζουν συσσώρευση λίπους στο ανθρώπινο σώμα. Βεβαίως αυτό επηρεάζεται και από την διατροφική εκπαίδευση στην οικογένεια, στο σχολείο. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής σπρώχνει τους ανθρώπους προς την αύξηση του σωματικού βάρους, με την πρόσληψη σχετικά οικονομικών, εύγευστων αλλά ανθυγιεινών τροφών, με πολλή ζάχαρη, πολύ λίπος και αλάτι και ταυτόχρονα με μειωμένη σωματική δραστηριότητα, καθιστική ζωή τόσο στη δουλειά μας, όσο και στο σπίτι μας, μειωμένη κίνηση και ιδιαίτερα και στα παιδιά μας».
Τα ⅔ σχεδόν του γενικού πληθυσμού θεωρούνται υπέρβαρα και βρίσκονται ένα βήμα πριν την παχυσαρκία, ενώ το πρόβλημα εντοπίζεται σε ανησυχητικό βαθμό και στα παιδιά και τους εφήβους. «Πρόκειται για ένα μεγάλο ποσοστό, σχεδόν σε επίπεδα επιδημίας. Κάτι πρέπει να κάνουμε για αυτό. Πέρα από τις οδηγίες υιοθέτησης συνολικά υγιεινής διατροφής και τις συστάσεις για αυξημένη σωματική δραστηριότητα, όχι απαραίτητα στο γυμναστήριο, αλλά να χρησιμοποιούμε λίγο περισσότερο τις σκάλες, να αφήνουμε και να προτρέπουμε τα παιδιά μας να παίζουν λίγο περισσότερο και να παραμένουν λιγότερες ώρες μπροστά από μία οθόνη και βεβαίως να ζητήσουμε βοήθεια, οδηγίες, φαρμακευτική αγωγή από τον ειδικό γιατρό», ανέφερε μεταξύ άλλων η κ. Μανδαλάκη. Μάλιστα, σε μία σύγχρονη ελληνική κοινωνία, υπερπροστατευτικότητας των παιδιών από τους μεγαλύτερους, τα διατροφικά πρότυπα και οι σχέσεις των ανθρώπων με το φαγητό παραμένουν σε πολύ λάθος βάσεις, συνθέτοντας ένα οξύμωρο σχήμα. «Εκεί μπορούν να βοηθήσουν τα σχολεία. Να αλλάξουν λίγο τα διατροφικά πρότυπα των οικογενειών. Το φαγητό δεν είναι επιβράβευση, το φαγητό μπορεί να είναι ανάγκη για να μας δώσει την ενέργεια που χρειαζόμαστε να κινηθούμε, να παίξουμε, να εργαστούμε, αλλά δεν είναι επιβράβευση και μόνο απόλαυση. Βέβαια μέρος της ευθύνης ανήκει και στην πολιτεία, γιατί σκεφτείτε πόσο βομβαρδίζονται μικροί – μεγάλοι από διαφημίσεις τόσο στα έντυπα όσο και στην τηλεόραση, για νόστιμες διατροφές και τροφές που ταιριάζουν στο σύγχρονο τρόπο ζωής», σημείωσε η κ. Μανδαλάκη. Ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι αυτό των σχολικών κυλικείων, όπου παραδοσιακά κολατσιά, όπως το κουλούρι, έχουν αντικατασταθεί από πίτσες, σουβλάκια και τροφές που, σύμφωνα με την κ. Μανδηλάκη, δεν χρειάζονται δαιμονοποίηση, αλλά κατανάλωσή τους στη σωστή βάση.
Αναφορικά τώρα με τα ενέσιμα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας, η κ. Μανδαλάκη σχολίασε: «Ασφαλώς έρχονται να συνδράμουν στο έργο των κλινικών ιατρών. Αφού δεχόμαστε και έχουμε συνειδητοποιήσει ότι η παχυσαρκία είναι χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσος, ασφαλώς χρειάζεται και φαρμακευτική αγωγή. Τα φάρμακα αυτά έρχονται να συνδράμουν στα άτομα που σε μεγάλο βαθμό είναι γενετικά προκαθορισμένο να προσλαμβάνουν πολλές θερμίδες, για να περιορίζουν την αυξημένη πρόσληψη και έτσι να διατηρήσουν το βάρος τους σε αποδεκτά επίπεδα. Όταν μάλιστα αυτή η χορήγηση αυτών των φαρμάκων συνδυάζεται με αυξημένη σωματική δραστηριότητα και υιοθέτηση υγιεινής διατροφής για το υπόλοιπο του χρόνου, μπορούν να κάνουν θεαματικά αποτελέσματα».
Όπως ξεκαθάρισε, τα φάρμακα δεν προορίζονται για άτομα με μερικά παραπανίσια κιλά, αλλά χορηγούνται σε άτομα με διαγνωσμένη παχυσαρκία, όπως αυτή ορίζεται από τους δείκτες μάζας σώματος. «Στο διαβητολογικό κέντρο λειτουργούμε πρόγραμμα παχυσαρκίας και συμμετέχουμε σε αυτό το πρόγραμμα προλαμβάνω του υπουργείου για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Τα κριτήρια επιλογής είναι συγκεκριμένα. Η παχυσαρκία ορίζεται και σταδιοποιείται με βάση τον δείκτη μάζας σώματος, το ύψος και και το σωματικό βάρος του ατόμου. Ως παχυσαρκία ορίζεται δείκτης πάνω από 30 και βεβαίως εκτιμούμε και την περίμετρο της μέσης, γιατί έχει σημασία και που κατανέμεται αυτό το πλεονάζον βάρος, με το σπλαχνικό λίπος να παίζει καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη, υπέρτασης, προβλημάτων από τους πνεύμονες και τους νεφρούς και βεβαίως στοχεύουμε σε αυτήν τη μείωση», ανέφερε η κ. Μανδηλάκη και τέλος συμπλήρωσε: «Τα φάρμακα αυτά τα δικαιούνται άτομα με πλεονάζον σωματικό βάρος και παχυσαρκία, που έχουν δείκτη μάζα σώματος πάνω από 40 ή πάνω 37 με συνοσηρότητες, ανάλογα με το υπάρχον πρόγραμμα που χρησιμοποιούμε. Δεν θα χορηγήσουμε φάρμακα για τη μείωση του βάρους, σε άτομα που έχουν 5-6 κιλά παραπάνω από το ιδανικό βάρος. Εννοείται ότι θα χορηγηθούν στα άτομα που έχουν διαγνωστεί με παχυσαρκία και που έχουν την νόσο».
Πηγή: rethnea.gr