Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου, 2026
13.3 C
Ηρακλείου

Δες τον καιρό

Χανιά: Ένοχος ο οδηγός της Porsche για το θάνατο του Παναγιώτη Καρατζή

Πρέπει να διαβάσετε

Ένοχος κρίθηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ο 45χρονος οδηγός της Porsche για το θανατηφόρο τροχαίο στη λεωφόρο Σούδας, που κόστισε τη ζωή στον 21χρονο Παναγιώτη Καρατζή.

Το δικαστήριο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Από την πλευρά του κατηγορουμένου ζητήθηκε η αναγνώριση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας, με το επιχείρημα ότι δήλωσε πως δεν πρόκειται να οδηγήσει ξανά στη ζωή του. Eνώ πλέον, αναμένεται η ανακοίνωση της ποινής.

Υπενθυμίζεται ότι είχε προηγηθεί η πρόταση της εισαγγελέως της έδρας για την ενοχή του 45χρονου για όλες τις κατηγορίες, χωρίς την αναγνώριση κανενός ελαφρυντικού. Στην αγόρευσή της, η εισαγγελέας τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι ακόμη και μετά το δυστύχημα ο κατηγορούμενος επιχείρησε να μεταθέσει την ποινική ευθύνη σε φίλο του, ο οποίος δεν βρισκόταν στο όχημα και έφτασε στο σημείο αργότερα, φωνάζοντας πως εκείνος ήταν ο οδηγός.

Καταπέλτης ήταν η Εισαγγελέας στη δίκη του 45χρονου οδηγού της Porsche για το θανατηφόρο τροχαίο στη λεωφόρο Σούδας, με θύμα τον 22χρονο Παναγιώτη Καρατζή, το οποίο σημειώθηκε στις 11 Ιανουαρίου 2025.

Η Εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του 45χρονου για όλες τις πράξεις, όπως κατηγορείται, ενώ στην αγόρευσής της ανέφερε:

«Ο κατηγορούμενος ενώ λάμβανε αντιψυχωσική αγωγή και στις ενδείξεις του φαρμάκου έγραφε ότι δεν έπρεπε να πιει, τη συγκεκριμένη μέρα πήρε το φάρμακο και κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλ που ξεπέρασε τα νόμιμα όρια. Γνώριζε ότι βρισκόταν υπό την επήρεια και παρόλο που του αφαιρέθηκαν τα κλειδιά του αυτοκινήτου, έσπασε τη συμφωνία που έκανε με έτερο μάρτυρα και του πήρε με τη βία τα κλειδιά από τα χέρια, συνεχίζοντας να κάνει αυτό που ο ίδιος ήθελε, σε βάρος όλων των άλλων.

Συνέχισε την παραβατική του συμπεριφορά, πραγματοποιώντας αντικανονική προσπέραση και επιδείχνοντας βία έναντι άλλου οδηγού, χτυπώντας του το τζάμι του οχήματος. Όλα αυτά δείχνουν μια σταθερή παραβατική συμπεριφορά και τις πεποιθήσεις του κατηγορουμένου.

Αυτές οι πράξεις του και η πεποίθησή του ότι δικαιούται έναντι όλων, οδήγησαν στο μοιραίο.

Οταν προκάλεσε τη σύγκρουση ενώ βρισκόταν ξεκάθαρα στο αντίθετο ρεύμα, είχε μια χαρά τη συνείδηση να πει ότι «άλλος το έκανε» και να δείξε τον φίλο του. Βλέπουμε τον κώδικα αξιών του.

Αν ήταν τόσο «χάλια» ο κατηγορούμενος που να μην έχει συνείδηση, πως είχε πλήρη συνείδηση να υποδείξει ψευδώς κάποιον άλλον ώστε να αποσοβήσει από πάνω του κάθε ευθύνη;

Αυτή η τραγικά επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά του, προκάλεσε με δική του αποκλειστική υπαιτιότητα τον θάνατο ενός νέου ανθρώπου που εκείνη την ώρα επέστρεφε σπίτι του.

Το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων είναι ξεκάθαρα εντός πορείας του αντίθετου ρεύματος και αποδεικνύει ότι ακόμα και αν ο θανών είχε ανάπτυξε μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα, αυτό δεν συνετέλεσε στο ατύχημα.

Κατέστησε το όχημα του θανατηφόρο όπλο και πραγμάτωσε τη θανάτωση του άτυχου νεαρού.

Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι νιώθει βαθιά θλίψη και ο ίδιος ζητάει συγγνώμη από την οικογένεια. Η συγγνώμη, δεν είναι μία λέξη, είναι πράξεις. Λέξεις και λόγια του αέρα μπορούν να ειπωθούν πολλά, χωρίς να έχουν καμία ουσία. Θα έπρεπε να μας παρουσιάσει πράξεις που να δείχνουν τη συγγνώμη του. Δεν συνιστά συγγνώμη ένα τυπικό τηλεφώνημα.

Θεωρώ ότι γνωρίζοντας τον κίνδυνο που ενείχε η ενέργειά του να οδηγήσει υπό την επήρεια αλκοόλ και χημικών ουσιών, για εκείνον προείχε να κάνει αυτό που ήθελε και ας πραγμάτωνε τη θανάτωση».

Ζήτησε συγγνώμη ο κατηγορούμενος

Νωρίτερα, ο οδηγός της Porsche κατά την απολογία του ζήτησε συγγνώμη από την οικογένεια και από όλον τον κόσμο, αναφέροντας ότι «κατέστρεψα μια οικογένεια, κατέστρεψα το παιδί μου» ενώ το γεγονός ότι δεν έδειξε εμπράκτως τη μεταμέλειά του στην οικογένεια του 22χρονου Παναγιώτη, την αιτιολόγησε λέγοντας «δε μπορούσα να δείξω με έμπρακτο τρόπο ότι μετάνιωσα, μέσα από τη φυλακή. Έχω σκεφτεί να στείλω στεφάνι ή να ανάψω ένα κεράκι στη μνήμη του παιδιού. Μέσα από τη φυλακή δε μπορούσα να τα κάνω».

Τραγικές φιγούρες οι γονείς του αδικοχαμένου Παναγιώτη, οι οποίοι περιέγραψαν τη στιγμή που πληροφορήθηκαν τον θάνατο του παιδιού τους και ξεκαθάρισαν ότι, σύμφωνα με την επίσημη θέση του πραγματογνώμονα, ο 22χρονος δεν παραβίασε τη διαχωριστική λωρίδα. Ο πατέρας του θύματος, μάλιστα, Αντώνης Καρατζής, σε φανερή συναισθηματική φόρτιση κατά τη διάρκεια κατάθεσης πραγματογνώμονα της οικογένειας του κατηγορούμενου, δήλωσε «είναι δικαιοσύνη αυτή; Να βγάλει το παιδί ότι έφταιγε; Ντροπή!», αποχωρώντας στη συνέχεια από την αίθουσα.

Στη δίκη κατέθεσαν ως μάρτυρες ο διασώστης που βρέθηκε στον τόπο του τροχαίου και συμμετείχε στον απεγκλωβισμό του 22χρονου, ένας οδηγός που διαπληκτίστηκε με τον κατηγορούμενο μερικές ώρες νωρίτερα του τροχαίου καθώς και άτομα από το περιβάλλον του 45χρονου οδηγού της Porsche, τα οποία βρίσκονταν μαζί του νωρίτερα εκείνο το βράδυ.

«Εκείνο το βράδυ πήγαμε με την παρέα μου σε μια ταβέρνα και ήπιαμε λίγο κρασί. Όταν φύγαμε, πήγαμε στα Δικαστήρια για ακόμη ένα ποτό. Συγγνώμη για το περιστατικό που συνέβη εκεί, αντέδρασα λίγο απότομα. Οταν ήρθε το περιπολικό νόμιζα ότι ήταν επειδή ίσως είχα παρκάρει παράνομα. Ο υπάλληλος της τροχαίας με ενημέρωσε ότι κάποιος κατήγγειλε το περιστατικό και εκείνη την ώρα μου έκαναν αλκοτέστ. Δεν είχα δίπλωμα, μου το είχαν αφαιρέσει σε προηγούμενο αλκοτέστ και καθυστέρησα να το παραδώσω, με αποτέλεσμα να μην το έχω την ημέρα του τροχαίου, ειδάλλως θα το διέθετα. Η αστυνομία μου ζήτησε να πάρει κάποιος άλλος το όχημα αλλά εγώ έκανα του κεφαλιού μου. Ήθελα να πάρω το αυτοκίνητο μου και πάνω στο πιωμα μου δεν καταλάβαινα τι έλεγα και τσακωθήκαμε (ενν. με τον φίλο του). Δεν του είχα εμπιστοσύνη να οδηγήσει το αυτοκίνητο μου. Την ώρα του τροχαίου δεν ξέρω τι έγινε, είδα μια λάμψη και έκλεισα τα μάτια μου. Είναι ένα κενό που δε μπορώ να θυμηθώ. Ζητάω συγγνώμη από την οικογένειά του και από όλον τον κόσμο. Τίποτα δε μπορεί να φέρει τον χρόνο πίσω. Κατέστρεψα μια οικογένεια, κατέστρεψα το παιδί μου. Δεν μπορούσα να δείξω με έμπρακτο τρόπο ότι μετάνιωσα, μέσα από τη φυλακή. Έχω σκεφτεί να στείλω στεφάνι ή να ανάψω ένα κεράκι στη μνήμη του παιδιού. Μέσα από τη φυλακή δε μπορούσα να τα κάνω.

Τη φαρμακευτική αγωγή την παίρνω γιατί είχα προβλήματα με τον ύπνο και με βοηθούσε να χαλαρώνω και να κοιμάμαι. Εκείνο το βράδυ την είχα πάρει αλλά δεν τα έπαιρνα κάθε μέρα, μόνο όταν ήμουν στρεσαρισμένος. Έχω τρομάξει. Όλα τα κακά γίνονται γύρω από το αλκοόλ. Δεν θα ξανά πιάσω το τιμόνι».

Ο κατηγορούμενος, μέσω του δικηγόρου του κ. Καπερνάρου, ζήτησε «να καταγραφούν στα πρακτικά οι παραλείψεις πολιτειακών οργάνων, αφού διαπιστώθηκε ότι οδηγούσα το όχημα μου στερούμενος της ικανότητας οδήγησης ενώ κατόπιν σχετική μετρήσεων αλκοόλης διαπιστώθηκε ότι οδηγούσα υπό την επήρεια αλκοόλ με ενδείξεις 1.5 και 1.3.

Οι υπάλληλοι δεν προέβησαν στις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες ως όφειλαν, να ακινητοποιήσουν δηλαδή υποχρεωτικώς το όχημα και να μεριμνήσουν για τη διαφύλαξη του.

Όφειλαν να προβούν σε σύλληψη μου κατά την αυτόφωρη διαδικασία και να μεριμνήσουν για την προσαγωγή μου ενώπιον αρμόδιου εισαγγελέα.

Αν είχαν προβεί στις νόμιμες υποχρεώσεις τους θα είχε ανακοπεί πλήρως η διαδρομή που οδήγησε στο τραγικό δυστύχημα. Δεν ενέργησαν προκειμένου να προστατέψουν το κοινωνικό σύνολο καθώς και εμού.

Εκείνοι θα έπρεπε να είναι κατηγορούμενοι κατά συναυτουργία δια παραλείψεως».

Η κατάθεση του πατέρα, Αντώνη Καρατζή
«Μέχρι τις 6:15 δεν μας είχε πάει κανείς τηλέφωνο, όταν η μητέρα του πήρε τηλέφωνο το σήκωσε ένας υπάλληλος και μας ενημέρωσαν ότι το παιδί είναι στο νοσοκομείο. Όταν φτάσαμε εκεί μας ενημέρωσαν ότι το παιδί είναι νεκρό. Κάθε μέρα που περνούσε μαθαίναμε καινούργια πράγματα. Η επίσημη θέση του πραγματογνώμονα του κράτους είναι σαφώς ότι το παιδί ήταν μέσα στον δρόμο του, σίγουρα δεν έφταιγε. Τον Οκτώβριο με πήρε ο κατηγορούμενος μέσα από τη φυλακή για να μου εκφράσει τα ειλικρινή του συλλυπητήρια και ισχυρίστηκε ότι δεν έφταιγε εκείνος, δεν ήξερε πως έγινε, είναι καλός άνθρωπος και θέλει να βοηθήσει τα παιδιά μου. Την τέταρτη μέρα μετά το ατύχημα με κάλεσε ο αδερφός του κατηγορούμενου.

Σε αυτήν την επικοινωνία είπε κάποια πράγματα κατά του αδερφού του. Όσον αφορά την επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, φάνηκε ότι κάποιος τον έβαλε να με πάρει.

Δεν συνάδει να ζητάει συγγνώμη και στη συνέχεια να κάνει αναπαράσταση στο σημείο που έγινε το τροχαίο με σκοπό να αποδειχθεί ότι έφταιγε το παιδί μου».

Η κατάθεση της μητέρας του 22χρονου
«Ο Παναγιώτης πάντα γυρνούσε σπίτι, ήταν λογικό παιδί. Οταν φτάσαμε στο νοσοκομείο μας ανήγγειλαν τον θάνατο του παιδιού, δεν ξέραμε πως έγινε το ατύχημα εκείνη τη στιγμή. Κατά την επικοινωνία με τον αδερφό του κατηγορούμενου, εκείνος μας ζήτησε συγγνώμη για αυτό που έγινε και μετά από πολλούς μήνες είδαμε στα ΜΜΕ τον κατηγορούμενο να ζητά συγγνώμη και να λέει δημόσια ότι ο Παναγιώτης έπεσε πάνω του».

Από την πλευρά της υπεράσπισης δεν έγινε καμία ερώτηση, με τον κύριο Καπερνάρο να εκφράζει συλλυπητήρια στον πατέρα και τη μητέρα του αδικοχαμένου Καρατζή.

Με τη σειρά του, διασώστης του ΕΚΑΒ που έφτασε στο σημείο, περιέγραψε τη σκηνή:

«Η κλήση έγινε λίγο πριν τις 3:00 το βράδυ και μας ενημέρωναν για έναν σοβαρά τραυματία. Όταν φτάσαμε στο σημείο, ήταν σαν να έχει γίνει βομβαρδισμός, ήταν παντού συντρίμμια. Όλο το μπροστινό αμάξι του οχήματος του 22χρονου είχε πάει προς τον οδηγό, δεν είχε σημεία ζωής και ήταν εγκλωβισμένος στο όχημα του. Έφτασε η πυροσβεστική υπηρεσία και μέσα στα επόμενα 25 λεπτά απεγκλωβίστηκε. Προσπαθήσαμε μέσα στο σκοτάδι, μέσα στο χωράφι όπου είχε καταλήξει το αυτοκίνητο να τον βγάλουμε από το όχημα και διαπιστώσαμε ότι φορούσε ζώνη, την αφαιρέσαμε και όταν τον βγάλαμε δεν είχε σημεία ζωής. Τον βάλαμε στο ασθενοφόρο και τον μεταφέραμε στο νοσοκομείο.

Όσον αφορά τον άλλον οδηγό, με ενημέρωσαν άλλοι διασώστες ότι ήταν καλά στην υγεία του και δεν επιθυμούσε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο».

Μάρτυρας με τον οποίο διαπληκτίστηκε ο κατηγορούμενος νωρίτερα εκείνο το βράδυ, κατέθεσε:

«Οδηγούσα στον κόμβο των Δικαστηρίων, μετά τις 11:00 το βράδυ, όταν το όχημα του 45χρονου με προσπέρασε από τη δεξιά πλευρά και κοντέψαμε να τρακάρουμε. Θεώρησα καλό να σταματήσω και σταμάτησε και ο ίδιος, κατέβηκε από το όχημα του και ξεκίνησε να φωνάζει. Εγώ είχα κλειστά τα παράθυρα και δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Είδα έναν άνθρωπο που ήταν μαινόμενος. Φοβήθηκα πολύ. Ο 45χρονος πλησίασε το αυτοκίνητο μου και έδωσε μπουνιά στο τζάμι μου. Εκείνη τη στιγμή δεν επικοινώνησα αμέσως με την αστυνομία γιατί φοβήθηκα μήπως μου επιτεθεί. Οταν έφυγε, μετά τη μπουνιά στο όχημά μου, επέστρεψα στο σπίτι μου και κάλεσα το 100. Θυμόμουν τον αριθμό της πινακίδας, τους είπα ότι ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος και δεν ήταν νηφάλιος και τους παρότρυνα να επέμβουν μην γίνει κάποιο κακό. Την επόμενη ημέρα είδα στις ειδήσεις το περιστατικό και αντιλήφθηκα ότι κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για το ίδιο όχημα».

Άνδρας που βρισκόταν στην ίδια παρέα με τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν και στο πίσω κάθισμα του οχήματος κατά τη διάρκεια του περιστατικού στα Δικαστήρια, ανέφερε:

«Είχαμε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ και μετά το περιστατικό στην πλατεία Δικαστηρίων, μεταβήκαμε σε κοντινό μαγαζί όπου μας εντόπισε η αστυνομία και μας έκαναν αλκοτέστ. Οι υπάλληλοι της αστυνομίας μας παρότρυναν είτε να ακινητοποιηθεί το όχημα του κατηγορούμενου είτε να το οδηγήσει κάποιος που δεν έχει καταναλώσει αλκοόλ και το ανέλαβα εγώ. Φύγαμε από το συγκεκριμένο μαγαζί με την πρόθεση να τον μεταφέρω εγώ με το όχημά του στη Σούδα όπου βρίσκεται το σπίτι του. Όταν πήγαμε στο αυτοκίνητο, του ζήτησα να καθίσει στη θέση του συνοδηγού για να οδηγήσω εγώ, αλλά δεν το δέχτηκε. Διαπληκτιστήκαμε και κατάφερε να πάρει το αυτοκίνητο και να φύγει. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν σε άσχημη κατάσταση (ενν. λόγω αλκοόλ), αλλά δεν ήταν ικανός να οδηγήσει. Δεν γνώριζα ότι δεν είχε δίπλωμα.

Μια φίλη μας τον ακολούθησε από πίσω με σκοπό να τον προσέχει και μετά από περίπου 20 λεπτά με κάλεσε τρομαγμένη και με ενημέρωσε για το τροχαίο. Όταν έφτασα, είδα το αυτοκίνητο τρακαρισμένο και τον κατηγορούμενο καθισμένο σε μια άκρη, σοκαρισμένο».

Η γυναίκα που ακολουθούσε τον κατηγορούμενο με το όχημα της και βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος, κατέθεσε:

«Ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει αν και εκείνος υποστήριξε ότι μπορούσε και δεν ήθελε να οδηγήσει άλλος το όχημα του. Συμφωνήσαμε να προπορεύομαι μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι του και αυτός να βρίσκεται από πίσω.  Κοντά στο αστυνομικό τμήμα με προσπέρασε και έχασα την οπτική επαφή με το αυτοκίνητου του. Όταν έφτασα στο σημείο του τροχαίου είδα τον κατηγορούμενο να έχει τρακάρει. Θυμάμαι να προσπαθώ να τον βγάλω από το όχημα και να τον πάω στο νοσοκομείο, αλλά μας σταμάτησε κάποιος ενημερώνοντας μας ότι υπάρχει τραυματίας σε άλλο όχημα».

Κάτοικος της περιοχής στην οποία έγινε το ατύχημα, κατέθεσε:

«Βρισκόμουν στη βεράντα του σπιτιού μου, άκουσα έναν πολύ δυνατό μεταλλικό θόρυβο και είδα ένα μαύρο όχημα να χτυπά σε δέντρα, να ανατρέπεται και να καταλήγει κοντά στο κατάστημά μου. Ο κατηγορούμενος βγήκε από το όχημα χωρίς να έχει εμφανή τραύματα. Στην αρχή δεν αντιληφθήκαμε ότι υπήρχε άλλο όχημα. Μάζευα κάποια πράγματα στον δρόμο για να μην γίνει κάποιο ατύχημα όταν με ενημέρωσε άλλη μάρτυρας ότι υπήρχε και δεύτερο όχημα τρακαρισμένο. Όταν έφτασα κοντά του, αντιλήφθηκα ότι δεν υπήρχε πλέον θέση οδηγού, είχε μπει όλη μέσα. Είδα αίματα και τρόμαξα. Ο κατηγορούμενος, όταν επέστρεψα κοντά του, τον άκουσα να φωνάζει ότι «δεν οδηγούσα εγώ».

Μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουμένου, που συνέταξε τεχνική έκθεση και συμμετείχε στην αναπαράσταση του ατυχήματος, κατέθεσε ότι το όχημα του 22χρονου κινούνταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του αλλά πλησίαζε στη διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ το όχημα του κατηγορούμενου, τη στιγμή του ατυχήματος, πατάει στο αντίθετο ρεύμα, ήταν στη μέση του δρόμου. Παράλληλα, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι το όχημα του θανόντος χρησιμοποιούσε τα φώτα πορείας (μεγάλη σκάλα), ενώ κατά τη σύγκρουση δεν λειτούργησε ο μηχανισμός της ζώνης ασφαλείας του οχήματος. Μέσα από την αναπαράσταση, όπως κατέθεσε, φάνηκε ότι η ταχύτητα της Πόρσε ήταν 106χλμ/ώρα, ενώ το όχημα του 22χρονου κινούταν με ταχύτητα 89 χιλιομέτρων.

Όταν ο οδηγός της Πόρσε αντιλήφθηκε το άλλο όχημα, πάτησε δυνατά τα φρένα αλλά τα φώτα του οχήματος του 22χρονου ήταν δυνατά και τον τύφλωναν, κατέληξε.

Κατά τη διάρκεια κατάθεσης του μάρτυρα, ο πατέρας του 22χρονου αντέδρασε στους ισχυρισμούς του, λέγοντας «Είναι δικαιοσύνη αυτή; Να βγάλει το παιδί ότι έφταιγε; Ντροπή!».

Μάρτυρας υπεράσπισης που βρισκόταν στην ίδια παρέα του κατηγορούμενου εκείνο το βράδυ, καταθέτοντας για τον χαρακτήρα του 45χρονου, τον χαρακτήρισε «πολύ καλό παιδί. Έχει κάνει τα λάθη του. Το περιστατικό στην πλατεία δικαστηρίων δεν μπορώ να το κρίνω, ήταν μια στιγμή που μπορεί να συμβεί σε όλους.  Εκείνη την ημέρα ήταν φορτισμένος. Δεν τον έχω δει σε κατάσταση οξύθυμη. Στη φυλακή βρίσκεται σε άθλια κατάσταση και συνεχώς λέει μακάρι να ήταν αυτός στη θέση του παιδιού. Τα χάπια που βρέθηκαν στον οργανισμό του ήταν χάπια που λάμβανε μέσω αγωγής».

Ο 45χρονος κατηγορούμενος, οδηγός της Πόρσε, οδηγήθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου με τις κατηγορίες που τον βαραίνουν να είναι οι εξής:

• Επικίνδυνη οδήγηση λόγω κατανάλωσης οινοπνεύµατος και λόγω οδήγησης οχήµατος εντός κατοικηµένης περιοχής µε ταχύτητα που υπερβαίνει το επιτρεπόµενο όριο ταχύτητας κατά τουλάχιστο 40χλµ/ωρα, η οποία είχε ως αποτέλεσµα το θάνατο άλλου.
• Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύµατος καθ’ υποτροπή.
• Οδήγηση υπό την επίδραση φαρµάκων που σύµφωνα µε τις οδηγίες τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα οδήγησης.
• Οδήγηση άνευ ικανότητας οδήγησης.

Το χρονικό του μοιραίου τροχαίου
Ήταν ξημέρωμα Παρασκευής 11 Ιανουαρίου, όταν ο 45χρονος οδηγός της Porsche, υπό την επήρεια αλκοόλ και ουσιών και έχοντας ήδη λάβει πρόστιμο από την τροχαία για οδήγηση υπό την επήρεια, διασχίζει τη λεωφόρο Σούδας με μεγάλη ταχύτητα.

Στο αντίθετο ρεύμα κινείται ο 22χρονος Παναγιώτης Καρατζής με το δικό του όχημα. Κάποια στιγμή τα δύο αυτοκίνητα συγκρούονται μετωπικά και με μεγάλη σφοδρότητα με αποτέλεσμα ο 22χρονος να βρει ακαριαίο θάνατο.

Σχετικά άρθρα

Άλλα Πρόσφατα