Μην χάνεις είδηση. Βάλε το
CRETA24
στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Aποκαλυπτική συνέντευξη Νιόπλια στον Βασίλη Σκουντή: Τα Χανιά, η ιστορία με τον ”καπετάνιο” και τα παράπονα από τον ΟΦΗ
Μια συζήτηση για το ποδόσφαιρο, την Κρήτη, τον ΟΦΗ, τον Παναθηναϊκό, τη Γ΄ Εθνική και τις προκλήσεις της προπονητικής - Διαβάστε και δείτε ΟΛΗ την εκπομπή
Στα Χανιά, στο ξενοδοχείο Crispy, ο Βασίλης Σκουντής υποδέχτηκε τον Νίκο Νιόπλια στην εκπομπή BOX OUT της Τηλεόρασης CRETA.
Οι δυο τους ξανασυναντιούνται σχεδόν τρία χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του παλαίμαχου διεθνούς ποδοσφαιριστή και προπονητή στην εκπομπή, με αφορμή αυτή τη φορά τη νέα σελίδα της προπονητικής του διαδρομής στην Κρήτη, στον ΑΟ Χανίων.
Η κουβέντα ξεκινά από την απόφαση του Νιόπλια να επιστρέψει στους πάγκους με μια ομάδα της Γ΄ Εθνικής, περνά από τις ιδιαιτερότητες της κατηγορίας και το ποδόσφαιρο της Κρήτης και φτάνει στις μεγάλες στιγμές της καριέρας του, στον ΟΦΗ και στον Παναθηναϊκό, αλλά και στις αλλαγές που συντελούνται διαρκώς στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.
Η συνέντευξη
Βασίλης Σκουντής: Οι άνθρωποι του ποδοσφαίρου, και κυρίως οι προπονητές, είναι συνηθισμένοι να έχουν μια βαλίτσα στο χέρι. Ωστόσο, κάποια στιγμή έρχεται η κούραση, ο κορεσμός. Εσύ, μετά την αποχώρησή σου από τον Λεβαδειακό, αποφάσισες ότι ήθελες να μείνεις στην Κρήτη;
Νίκος Νιόπλιας: Ναι. Κάποια στιγμή έρχεται η κούραση, έρχεται ο κορεσμός, έρχονται όλα μαζί. Γι’ αυτό και βρίσκομαι εδώ. Θα ήθελα να είμαι στην Κρήτη. Δεν ήθελα να πάω πουθενά αλλού. Είχα αποφασίσει ότι, αν ερχόταν μια ευκαιρία, θα ήθελα να μείνω εδώ.
Μετά τον Λεβαδειακό είχα κάποιες προτάσεις. Υπήρχε μια περίπτωση στη Super League, υπήρχαν και προτάσεις από τη δεύτερη κατηγορία, κάποιες καλές και άλλες όχι τόσο καλές. Ήξερα τη Β΄ Εθνική, αλλά η περίπτωση της Super League δεν προχώρησε. Παράλληλα, προέκυψε και ένα πρόβλημα υγείας της γυναίκας μου. Εκεί σκέφτηκα ότι μεγαλώσαμε πια και, αν υπάρχει κάτι που αγαπώ πραγματικά και θέλω να κάνω, θα ήθελα να το κάνω εδώ, χωρίς να χρειάζεται να μετακινούμαστε συνεχώς.Τα τελευταία χρόνια πήγαινα συχνά να βλέπω ομάδες της Κρήτης. Πήγαινα στην ΑΕΡ Αφάντου; Όχι, στις ομάδες της περιοχής, στον ΠΟΑ και στον Γιούχτα, παρακολουθούσα παιχνίδια και συζητούσα με ανθρώπους που γνώριζαν ότι, αν δημιουργούνταν ένας κρητικός όμιλος, θα μπορούσε να με ενδιαφέρει.
Β.Σ.: Άρα είχες βάλει έναν όρο: να δημιουργηθεί όμιλος με ομάδες της Κρήτης.
Ν.Ν.: Ακριβώς. Το ήξεραν ο Ανδρέας Σκέντζος και ο Μανόλης Ρουμπάκης. Τους έλεγα ότι το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να με πείσει να επιστρέψω ήταν να υπάρχει αυτή η συνθήκη. Δεν ήθελα να φύγω ξανά από το σπίτι μου. Μου άρεσε το ποδόσφαιρο, ήθελα να συνεχίσω, αλλά ήθελα να βρίσκομαι εδώ.
Ήρθε, λοιπόν, η πρόταση. Ήταν Πρωτομαγιά όταν συναντήθηκα με τους ανθρώπους της ομάδας. Είχα μιλήσει και παλαιότερα με τον Ανδρέα, ο οποίος με γνώριζε καλά. Μου είπε να έρθω, να κάνουμε μια συζήτηση και να αποφασίσω μόνος μου.
Ήρθα και είδα έναν οργανωμένο σύλλογο. Οι άνθρωποι μου εξήγησαν πώς θα λειτουργούμε, τι εγκαταστάσεις θα έχουμε και πώς θα είναι η καθημερινότητα. Και πράγματι, έξι ημέρες την εβδομάδα αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε περιβάλλον Super League. Έχουμε το προπονητικό μας κέντρο, πλαστικό και φυσικό χλοοτάπητα, τις υποδομές που χρειαζόμαστε.
Β.Σ.: Αυτό είναι σημαντικό, γιατί στη Γ΄ Εθνική η πραγματικότητα δεν είναι παντού η ίδια. Μπορεί να έχεις μια ομάδα με υψηλές φιλοδοξίες, αλλά να χρειάζεται να παίξεις σε γήπεδα και εγκαταστάσεις που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις σου.
Ν.Ν.: Αυτό ακριβώς. Δεν είναι το ίδιο να πηγαίνεις σε ένα γήπεδο με καλές εγκαταστάσεις και το ίδιο να βρίσκεσαι σε έναν χώρο όπου μπορεί να μην υπάρχουν οι στοιχειώδεις υποδομές, τα αποδυτήρια, οι κατάλληλες συνθήκες. Η νοοτροπία μπορεί επίσης να είναι εντελώς διαφορετική από ομάδα σε ομάδα.
Όμως, όταν αγαπάς αυτό που κάνεις, έχεις μια καλή ομάδα και βρίσκεσαι σε έναν σύλλογο που σε στηρίζει, προχωράς. Ξέρεις τις δυσκολίες και τις αποδέχεσαι.
Β.Σ.: Από την άλλη πλευρά, η Γ΄ Εθνική είναι μια διοργάνωση με πολλές ιδιαιτερότητες. Πώς βλέπεις τη δομή της;
Ν.Ν.: Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο είναι το οργανωτικό κομμάτι. Είναι μια διοργάνωση με πάρα πολλές ομάδες και πολλούς ομίλους. Η πρώτη φάση δημιουργεί τις δικές της δυσκολίες και στη συνέχεια ακολουθούν νέες διαδικασίες, με ομάδες να χωρίζονται και να διεκδικούν την άνοδο.
Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις πάντα τη λογική της διοργάνωσης. Ξεκινάς με έναν τρόπο, αλλά στην πορεία αλλάζουν πράγματα. Πρέπει να υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο, μια ξεκάθαρη οργάνωση, ώστε να ξέρουν όλοι τι έχουν να αντιμετωπίσουν.
Ένα άλλο ζήτημα που δεν μου αρέσει είναι η υποχρεωτική χρησιμοποίηση νεαρών ποδοσφαιριστών.
Β.Σ.: Δεν είσαι υπέρ της υποχρεωτικής συμμετοχής των μικρών;
Ν.Ν.: Όχι, δεν μου αρέσει το υποχρεωτικό. Όταν ένας μικρός είναι καλός, είναι καλός. Εγώ ήμουν καλός σε μικρή ηλικία και έπαιξα στη μεγάλη κατηγορία από τα 18 μου. Δεν χρειάστηκε κάποιος να παίξω υποχρεωτικά.
Αν ένας νεαρός ποδοσφαιριστής αξίζει, πρέπει να αγωνίζεται. Όμως, όταν υπάρχει υποχρέωση, δημιουργούνται άλλα προβλήματα. Μπορεί να την εκμεταλλευτούν μάνατζερ, μπορεί να δημιουργηθούν απαιτήσεις, μπορεί μια ομάδα να αναγκάζεται να έχει συγκεκριμένο αριθμό νεαρών και να κάνει αλλαγές μόνο και μόνο για να καλύψει τον κανονισμό.
Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να επιβάλλεται κάτι τέτοιο. Αν έχω καλούς μικρούς, θα τους χρησιμοποιήσω. Αν δεν είναι έτοιμοι, δεν θεωρώ σωστό να μπαίνουν στην ενδεκάδα επειδή το επιβάλλει κάποιος κανονισμός. Το κριτήριο πρέπει να είναι η αξία του ποδοσφαιριστή.
Β.Σ.: Πάμε τώρα στο αγωνιστικό κομμάτι. Τι ποδόσφαιρο θέλεις να παίζει η ομάδα σου; Και πόσο αυτό που βλέπουμε αντικατοπτρίζει το επίπεδο του κρητικού ποδοσφαίρου;
Ν.Ν.: Έχουμε παίξει τις πρώτες αγωνιστικές και έχω αρχίσει να βγάζω τα συμπεράσματά μου. Υπάρχουν δύο-τρεις ομάδες που έχουν ένα συγκεκριμένο στυλ και προσπαθούν να το υποστηρίξουν ανεξάρτητα από τον αντίπαλο. Αυτό μου αρέσει.
Υπάρχουν, όμως, και ομάδες που αλλάζουν εντελώς τον τρόπο παιχνιδιού τους όταν αντιμετωπίζουν έναν δυνατότερο αντίπαλο. Δεν τις ενδιαφέρει τόσο να παίξουν ποδόσφαιρο. Τις ενδιαφέρει να περιορίσουν τον αντίπαλο, να διαμαρτυρηθούν, να διακόψουν τον ρυθμό, να κάνουν ό,τι μπορούν για να μη δεχθούν γκολ.
Αυτό δεν μου αρέσει. Έλα να παίξεις. Εμείς θέλουμε να παίξουμε το ποδόσφαιρό μας. Προσπαθούμε να κάνουμε το παιχνίδι μας, να δημιουργήσουμε, να βάλουμε γκολ.
Στο τελευταίο παιχνίδι παίξαμε πολύ καλά, στο επίπεδο που μπορούμε. Ήρθαμε ισόπαλοι 1-1. Ήταν ένα τοπικό ντέρμπι, είχε κόσμο, είχε αντιπαλότητα, αλλά με ωραίο τρόπο. Κάναμε ένα λάθος και δεχθήκαμε γκολ. Θα μπορούσαμε κι εμείς να σκοράρουμε στο τέλος.
Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Κάπου θα κερδίσεις, κάπου θα χάσεις. Σημασία έχει να έχεις έναν τρόπο παιχνιδιού και να προσπαθείς να τον εφαρμόζεις. Όταν αλλάζεις συνεχώς τον τρόπο σου, δυσκολεύεσαι να τον υποστηρίξεις απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους.
Δεν θέλω να μπω στη λογική κάθε προπονητή. Μπορεί κάποιος να ζει από αυτή τη δουλειά και να έχει διαφορετικές ανάγκες. Δεν κατηγορώ κανέναν. Ίσως, όμως, πρέπει όλοι να προσπαθήσουμε να ξεφύγουμε λίγο από αυτή τη νοοτροπία.
Β.Σ.: Αναφέρθηκες προηγουμένως σε τρεις ομάδες με μεγάλη ιστορία: τον ΟΦΗ, τον Εργοτέλη και τον Πλατανιά. Το κρητικό ποδόσφαιρο έχει περάσει από πολλές φάσεις και έχει γράψει τη δική του ιστορία.
Ν.Ν.: Σωστά. Όταν ήρθα στο Ηράκλειο, το 1983, το πρώτο μου φιλικό ήταν με ομάδα των Χανίων. Παίξαμε εδώ, στο γήπεδο που σήμερα χρησιμοποιείται για αγώνες στίβου. Τότε υπήρχε πολύς κόσμος, υπήρχε ενδιαφέρον.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια και έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε και ο Πλατανιάς, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στο χανιώτικο ποδόσφαιρο. Τα Χανιά έχουν μεγάλη ιστορία, έχουν βγάλει σπουδαίους ποδοσφαιριστές.
Β.Σ.: Εσύ, ως ποδοσφαιριστής, είχες κάποια ιδιαίτερη σχέση με τα Χανιά;
Ν.Ν.: Όχι ιδιαίτερη. Πολλές φορές, μάλιστα, αισθανόμουν ότι πήγαινα σε ένα άλλο μέρος, παρότι βρισκόμουν στο ίδιο νησί. Εγώ ήμουν πιο κοντά στον Άγιο Νικόλαο, καθώς από εκεί κατάγεται και η γυναίκα μου. Αργότερα, στο Ρέθυμνο, λόγω ανθρώπων που γνώριζα, κάναμε αρκετά φιλικά παιχνίδια.
Υπήρχε ιστορικά και η μεγάλη κόντρα ανάμεσα στα Χανιά και το Ηράκλειο. Όμως εγώ είμαι εδώ, μου αρέσει και αυτό που με ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα είναι η καθημερινότητά μου. Να περνάω καλά, να κάνω αυτό που αγαπώ και να βρίσκομαι κοντά στους ανθρώπους μου.
Β.Σ.: Η ομάδα των Χανίων πέρασε δύσκολες περιόδους. Κινδύνευσε να χαθεί, πέρασε από αναταράξεις και αβεβαιότητα. Τώρα φαίνεται να υπάρχει μια νέα κατάσταση, με ανθρώπους που έχουν έρθει με διάθεση να επενδύσουν.
Ν.Ν.: Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Οι άνθρωποι που βρίσκονται τώρα στον σύλλογο έχουν διάθεση να προσφέρουν και λειτουργούν επαγγελματικά. Και το πιο σημαντικό είναι ότι δεν σκέφτονται μόνο να πάρουν πέντε καλούς ποδοσφαιριστές και έναν καλό προπονητή για να ανέβουν κατηγορία.
Βάζουν χρήματα στις εγκαταστάσεις. Θέλουν να φτιάξουν το γήπεδο, τα αποδυτήρια και όσα χρειάζονται. Κοιτάζουν το μέλλον. Αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία από μια πρόσκαιρη προσπάθεια να ανέβεις κατηγορία.
Θέλουν να δημιουργήσουν κάτι που θα έχει συνέχεια. Και αυτό είναι που μετράει. Ο σύλλογος πρέπει να κοιτάζει παρακάτω και να βάζει τις βάσεις για να λειτουργεί σε υψηλότερο επίπεδο.
Β.Σ.: Στο πρώτο σας ραντεβού, την Πρωτομαγιά, τι ήταν αυτό που σε έπεισε τελικά; Το όραμα των ανθρώπων ή η εμπιστοσύνη που είχες στον Ανδρέα Σκέντζο;
Ν.Ν.: Πρώτα απ’ όλα, πίστεψα πολύ στον Ανδρέα. Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Ξέρει τον χαρακτήρα μου, ξέρει ότι έχω τρέλα με το ποδόσφαιρο και ότι θέλω να λειτουργούν όλα σωστά. Αν δεν υπάρχει καλή οργάνωση, αν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, δεν πηγαίνω εύκολα κάπου.
Μου είπε ότι θα μου αρέσει πολύ και ότι ο σύλλογος δεν λειτουργεί ερασιτεχνικά. Αυτό με έπεισε. Οι άνθρωποι μου παρουσίασαν τι θέλουν να κάνουν, πώς θα λειτουργεί η ομάδα και τι υποδομές θα υπάρχουν.
Έπαιξε ρόλο και η οικογένειά μου. Η γυναίκα μου μού είπε να πάω, αφού βλέπει ότι αγαπώ το ποδόσφαιρο και ότι μου αρέσει να πηγαίνω να παρακολουθώ ομάδες και παιχνίδια στην Κρήτη. Ήθελε κι εκείνη να κάνω κάτι που με ευχαριστεί, χωρίς να χρειάζεται να απομακρυνθώ από το σπίτι.
Β.Σ.: Από τότε που έφυγες από τον ΟΦΗ, το 2022, εξακολούθησες να παρακολουθείς την ομάδα;
Ν.Ν.: Ναι. Μπορεί να πήγα λίγες φορές στο γήπεδο, αλλά πήγαινα πάρα πολλές φορές στο προπονητικό κέντρο. Παρακολουθούσα προπονήσεις, έβλεπα τι γίνεται. Πήγα και στον τελικό.
Β.Σ.: Στους τελικούς πηγαίνεις πάντα, έτσι δεν είναι;
Ν.Ν.: Μου αρέσουν οι τελικοί. Έχω δει πολλούς τελικούς Champions League, πάντα μαζί με την οικογένειά μου. Μου αρέσει αυτή η ατμόσφαιρα.
Στον τελικό που πήγα, χάρηκα πραγματικά πάρα πολύ. Όχι μόνο για τα παιδιά που συμμετείχαν, αλλά και για τους ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί τους, καθώς και για εκείνους με τους οποίους είχα συνεργαστεί εγώ παλαιότερα.
Όταν τελειώνεις το ποδόσφαιρο και λες ότι έχεις παίξει στον ΟΦΗ, αυτό έχει τη δική του αξία. Δεν έχεις παίξει σε μια οποιαδήποτε ομάδα. Ο ΟΦΗ έχει ιστορία, έχει κατακτήσει τίτλους, έχει παίξει στην Ευρώπη. Το ίδιο ισχύει και για τον Παναθηναϊκό.
Β.Σ.: Και εσύ έχεις συνδεθεί με μεγάλες στιγμές και των δύο συλλόγων.
Ν.Ν.: Βέβαια. Έχω ζήσει πολλά πράγματα. Και χαίρομαι όταν βλέπω ανθρώπους που γνωρίζω, παιδιά με τα οποία συνεργάστηκα, ανθρώπους που υπήρξαν δίπλα μου.
Στον τελικό έμεινα μέχρι το τέλος. Ήμουν προσκεκλημένος του προέδρου στο γεύμα, αλλά ήθελα και από μόνος μου να πάω στο γήπεδο και να δω το παιχνίδι. Έμεινα μαζί με τον Νίκο Μαχλά και τη γυναίκα μου μέχρι που έφυγε και ο τελευταίος από το γήπεδο. Θα μπορούσα να είχα φύγει νωρίτερα, αλλά ήθελα να μείνω.
Είχα οδηγήσει αρκετές ώρες για να φτάσω, όμως πραγματικά το χάρηκα. Είδα παιδιά και ανθρώπους που γνώριζα. Αυτές οι στιγμές έχουν αξία.
Β.Σ.: Πάμε τώρα στη δική σου ομάδα. Με τι υλικά την έφτιαξες; Τι είχες στο μυαλό σου όταν ανέλαβες; Ήθελες μια ομάδα που να τρέχει, να πιέζει, να αμύνεται και να επιτίθεται;
Ν.Ν.: Θέλω, καταρχάς, μια ομάδα κυρίαρχη. Από τη στιγμή που πας για το πρωτάθλημα, πρέπει να έχεις αυτή τη φιλοσοφία. Το είπαμε και από την αρχή, στην παρουσίαση της ομάδας, στις 24 Ιουλίου. Δεν θα ερχόμουν αν δεν πίστευα ότι μπορούμε να διεκδικήσουμε το πρωτάθλημα.
Θέλουμε να βάζουμε γκολ, να παίζουμε επιθετικά. Έχουμε καλή ομάδα. Το πρόβλημα στην αρχή ήταν ότι εγώ δεν γνώριζα τους ποδοσφαιριστές αυτής της κατηγορίας.
Ο Ανδρέας προσπαθούσε συνεχώς να με ενημερώνει. Είχε δουλέψει σε διάφορες ομάδες, γνώριζε την κατηγορία και τους παίκτες. Του είχα εμπιστοσύνη. Δεν συμμετείχα ουσιαστικά στις επιλογές, γιατί δεν ήξερα αρκετούς από αυτούς τους ποδοσφαιριστές.
Από τους μεγαλύτερους γνώριζα κάποιους, όπως τον Κουτρουμπή, τον Βαλεριάνο. Ήξερα τι μπορούσαν να κάνουν, επειδή είχαν αγωνιστεί σε υψηλότερο επίπεδο. Δεν μπορούσα, όμως, να γνωρίζω έναν 18χρονο που έπαιζε σε μια άλλη ομάδα ή έναν ποδοσφαιριστή της Β΄ Εθνικής. Έτσι, εμπιστεύτηκα τους ανθρώπους που γνώριζαν καλύτερα την αγορά και την κατηγορία.
Β.Σ.: Έχεις, πάντως, εμπειρία από ομάδες που έφτιαξες με πολύ καλά αποτελέσματα. Θυμάσαι τη θητεία σου στον Λεβαδειακό;
Ν.Ν.: Βέβαια. Είχαμε φτιάξει μια φανταστική ομάδα. Παίξαμε 16 παιχνίδια, κάναμε τέσσερις προκρίσεις στο Κύπελλο, είχαμε μόνο μία ήττα και ήμασταν πρώτοι.Είχαμε πολύ καλούς ποδοσφαιριστές. Ήταν μια ομάδα που την ευχαριστιόμουν.
Δεν χρειάζεται, όμως, να σταθούμε περισσότερο σε εκείνη την περίοδο. Κάποιες φορές τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως θέλεις, υπάρχουν καταστάσεις που δεν μπορείς να αλλάξεις. Κοιτάζω μπροστά.
Τώρα θέλω να έχω μια ομάδα που να με ευχαριστεί. Να παίζουμε, να δημιουργούμε, να μη βάζουμε ένα γκολ και μετά να γυρίζουμε πίσω. Να βάζουμε το δεύτερο, να προσπαθούμε για το τρίτο, αλλά πάντοτε με λογική, με σωστή λειτουργία και επαγγελματισμό.
Μέχρι στιγμής τα έχουμε καταφέρει καλά. Ο κόσμος έχει συσπειρωθεί, βρίσκεται κοντά στην ομάδα και σιγά σιγά έρχεται ακόμη περισσότερος. Στο τελευταίο παιχνίδι υπήρχε και κόσμος του Πλατανιά, σχεδόν γεμάτη κερκίδα, με ωραία αντιπαλότητα. Έγινε ένα πολύ καλό παιχνίδι. Δεν κερδίσαμε, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη γενική εικόνα.
Β.Σ.: Υπάρχει, όμως, και το ειδικό βάρος του ονόματος Νιόπλιας. Ένας προπονητής που έχει κατακτήσει πρωτάθλημα Ελλάδας, έχει πάρει νταμπλ με τον Παναθηναϊκό το 2010, έχει παίξει και έχει προπονήσει στο Champions League. Αυτό το βιογραφικό σε ακολουθεί, ακόμη κι όταν βρίσκεσαι σε μια διαφορετική κατηγορία.
Ν.Ν.: Θα σου πω κάτι. Καμιά φορά βλέπω βιογραφικά ποδοσφαιριστών ή ανθρώπων που έχουν περάσει από μεγάλες ομάδες και σκέφτομαι πόσα πράγματα μπορεί να μη γνωρίζει ο κόσμος για κάποιους άλλους. Εμείς έχουμε περάσει πολλά χρόνια στην επαρχία. Ο ΟΦΗ, για παράδειγμα, και στη συνέχεια ο Παναθηναϊκός. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι εξοικειωμένοι με το τι έχεις κάνει σε όλη σου την καριέρα. Έχω αγωνιστεί σε μεγάλες διοργανώσεις, έχω παίξει σε τελικούς, έχω συμμετάσχει σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Έχω καταγράψει πάρα πολλές συμμετοχές στο ελληνικό πρωτάθλημα. Έχω ζήσει μεγάλες στιγμές με τον ΟΦΗ και τον Παναθηναϊκό, ως ποδοσφαιριστής και ως προπονητής.
Με τον Παναθηναϊκό πήρα νταμπλ ως ποδοσφαιριστής και ως προπονητής. Με τον ΟΦΗ έζησα ευρωπαϊκές συμμετοχές, μεγάλες στιγμές και έναν τελικό Κυπέλλου. Όλα αυτά είναι σημαντικά.
Και θέλω να σου πω ότι με χαροποιεί ιδιαίτερα όταν κάποιος σε θυμάται. Πρόσφατα με πήραν τηλέφωνο από τον Παναθηναϊκό και μου είπαν ότι, επειδή ανήκω στους ανθρώπους που έχουν συνδεθεί με το νταμπλ ως ποδοσφαιριστής και ως προπονητής, ήθελαν να επικοινωνήσουν μαζί μου. Αυτό σε τιμά. Γιατί μπορεί ως ποδοσφαιριστής να ήσουν ένας από τους πολλούς, να υπήρχαν άλλοι με μεγαλύτερη προβολή, αλλά ήσουν εκεί, συμμετείχες στις επιτυχίες και έβαλες το δικό σου λιθαράκι. Έπαιξα τρία χρόνια, έζησα τίτλους, Κύπελλα, Super Cup και στη συνέχεια συνέχισα ως προπονητής. Όταν κάποιος σε θυμάται και αναγνωρίζει αυτή τη διαδρομή, αισθάνεσαι όμορφα. Είναι κάτι που σε τιμά.
Β.Σ.: Να γυρίσουμε στη Γ΄ Εθνική. Ποια σχέση έχει η εμπειρία σου από τη Γ΄ Εθνική με τον ΟΦΗ τότε και με τη σημερινή πραγματικότητα; Υπάρχει η αντίληψη ότι, όταν μια ομάδα έχει μεγαλύτερο μπάτζετ, έχει και εξασφαλισμένη την άνοδο.
Ν.Ν.: Εγώ διαφωνώ με αυτή την αντίληψη. Το μπάτζετ είναι ένα σημαντικό εφόδιο, αλλά δεν είναι το μόνο πράγμα που καθορίζει την πορεία μιας ομάδας.
Όταν πήγα στον ΟΦΗ, υπήρχε περίπου το ίδιο μπάτζετ με αυτό που έχουμε τώρα εδώ, αλλά η ομάδα βρισκόταν έντεκα βαθμούς πίσω. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο τα χρήματα. Είναι η φιλοσοφία της ομάδας, η οργάνωση, οι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω της και η τεχνογνωσία.
Τότε υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν να προσφέρουν, έβαζαν τα χρήματά τους και ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Ήταν άψογοι σε αυτό το κομμάτι, αλλά δεν είχαν την τεχνογνωσία που απαιτούνταν για να οργανώσουν όλα τα υπόλοιπα. Ενδεχομένως να βοήθησα κι εγώ σε αυτό.
Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι άνθρωποι έχουν εμπειρία από το ποδόσφαιρο, έχουν ασχοληθεί με άλλες ομάδες, λειτουργούν ως ένα οργανωμένο γκρουπ και γνωρίζουν καλύτερα τι χρειάζεται ένας σύλλογος.
Υπάρχει ένα καλό μπάτζετ, αλλά δεν πρέπει να νομίζει κανείς ότι όλα γίνονται μόνο με τα χρήματα. Εμένα μου αρέσει το ποδόσφαιρο, μου αρέσει ο τρόπος που μου συμπεριφέρονται και το γεγονός ότι αισθάνομαι πως είμαι ο προπονητής της ομάδας. Δεν με απασχολεί να βρίσκομαι εδώ για άλλους λόγους.
Τα οικονομικά μου είναι λυμένα. Είμαι εδώ επειδή θέλω να δουλέψω, να πετύχω και να κάνω αυτό που αγαπώ.
Β.Σ.: Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει από τότε που έφυγες από τον Λεβαδειακό; Από εκείνον τον Δεκέμβριο μέχρι σήμερα;
Ν.Ν.: Το ποδόσφαιρο αλλάζει κάθε μέρα. Παλαιότερα άλλαζε κάθε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Τώρα αλλάζει συνεχώς.
Αλλάζουν οι κανονισμοί, αλλάζει η ταχύτητα, αλλάζουν οι απαιτήσεις. Εμφανίζονται νέοι προπονητές, νέες ιδέες, διαφορετικές προσεγγίσεις. Όταν ξεκινούσα την προπονητική μου καριέρα, βλέπαμε προπονητές όπως ο Αντσελότι, ο Καπέλο, ο Λίπι, ο Μουρίνιο. Στη συνέχεια εμφανίστηκε ο Γκουαρδιόλα και άρχισαν να ξεχωρίζουν νεότεροι προπονητές, ακόμη και άνθρωποι γύρω στα τριάντα ή στα τριάντα πέντε. Το ποδόσφαιρο δεν μένει στάσιμο. Πρέπει να παρακολουθείς τις εξελίξεις, να μαθαίνεις και να προσαρμόζεσαι. Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της δουλειάς μας.
Β.Σ.: Έφυγε από τη ζωή ο καπετάνιος, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης. Εσύ τον έζησες ως ποδοσφαιριστής, τον έζησες ως πρόεδρο, αλλά και αργότερα, όταν ήσουν προπονητής στον Παναθηναϊκό. Ποια εικόνα έχεις μέσα σου;
Ν.Ν.: Πρέπει πάντοτε να σεβόμαστε τον καθένα που μας προσφέρει. Να μην είμαστε αχάριστοι. Κάθε μέλος αυτής της οικογένειας που φεύγει είναι για μένα ένα ταρακούνημα. Εγώ ήμουν 21 χρόνια σε αυτούς τους συλλόγους και είχα ανθρώπους που ήταν ουσιαστικά οι εργοδότες μου. Στον Παναθηναϊκό γνώρισα τον Βαρδή, τον Θόδωρα, τον Γιώργο και αργότερα, όταν ήμουν προπονητής, τον Γιάννη Βαρδινογιάννη. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα ωραία χρόνια πέρασα με αυτούς τους ανθρώπους, είτε στον Παναθηναϊκό είτε στον ΟΦΗ. Στον ΟΦΗ ήμουν 16 χρόνια. Στον Παναθηναϊκό επίσης έζησα μια πολύ μεγάλη περίοδο, από το 1979 και μετά.
Περνούσα κάθε μέρα σαν νεράκι. Δεν είχα ούτε προβλήματα ούτε αγωνίες με αυτούς τους ανθρώπους. Ο λόγος τους είχε αξία. Αυτό δεν το ξεχνάω.
Θυμάμαι μια χαρακτηριστική ιστορία, όταν ήμουν προπονητής στον Παναθηναϊκό. Είχαμε χάσει από την Καβάλα, με 2-1, και ήταν Καθαρά Δευτέρα. Είχαμε περάσει μια δύσκολη περίοδο, με αρκετή ένταση και προβλήματα. Εγώ ήμουν μόνος στην Παιανία, δεν είχα πάει πουθενά.
Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό μου. Με ενημέρωσαν ότι ήθελε να μου μιλήσει ο κύριος Γιώργος Βαρδινογιάννης. Σήκωσα το τηλέφωνο και μου είπε: «Κάτσε, Νικολάκη, τι κάνεις; Πώς είσαι; Όταν έχεις τον Θεό, δεν έχεις ανάγκη από αγγέλους. Προχώρα». Μου έδωσε μεγάλη δύναμη αυτή η κουβέντα. Την επόμενη ημέρα ήρθε και ο Πατέρας, έκανε μια ομιλία και από εκεί αρχίσαμε να προχωράμε μέχρι το τέλος. Ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή για μένα. Μια κουβέντα που δεν την ξεχνάς.
Β.Σ.: Μια κουβέντα που, όπως αποδείχθηκε, έπαιξε τον ρόλο της σε μια μεγάλη πορεία. Ο Παναθηναϊκός εκείνης της περιόδου κατάφερε να κατακτήσει το πρωτάθλημα, με εσένα στον πάγκο. Βλέπεις στη σημερινή ομάδα στοιχεία που θα μπορούσαν να την οδηγήσουν σε ανάλογες επιτυχίες;
Ν.Ν.: Έχει πολύ καλό υλικό και θεωρώ ότι έχει και πολύ καλό τρόπο παιχνιδιού. Είδα ένα παιχνίδι που μου άρεσε πάρα πολύ. Εκεί εντυπωσιάστηκα από ορισμένα τακτικά στοιχεία.
Οι στόπερ ανέβαιναν ψηλά και λειτουργούσαν σαν εξάρια. Τα εξάρια μετακινούνταν σε θέσεις οκταριών, οι εξτρέμ έμπαιναν σε εσωτερικούς χώρους, οι παίκτες που ξεκινούσαν ως δεκάρια άλλαζαν ρόλους. Υπήρχε μια διαρκής εναλλαγή θέσεων. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν ότι, όταν έχαναν την μπάλα, την πίεζαν αμέσως και προσπαθούσαν να την ξανακερδίσουν. Δεν άφηναν μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στις γραμμές τους. Δεν επέτρεπαν στον αντίπαλο να βρει εύκολα τον χώρο για να παίξει την μπάλα στην πλάτη της άμυνας.
Αυτά τα πράγματα τα βλέπεις σε πολύ μεγάλες ομάδες. Είναι στοιχεία που δείχνουν δουλειά, τακτική προετοιμασία και ξεκάθαρη αγωνιστική ιδέα.
Β.Σ.: Είναι, άλλωστε, μια τάση που βλέπουμε όλο και περισσότερο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Οι ρόλοι δεν είναι πια τόσο στατικοί. Οι αμυντικοί συμμετέχουν στην ανάπτυξη, οι μέσοι αλλάζουν θέσεις, οι ακραίοι συγκλίνουν.
Ν.Ν.: Ακριβώς. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει πολύ. Δεν είναι μόνο το σύστημα που γράφεις στο χαρτί. Είναι οι κινήσεις των ποδοσφαιριστών, οι θέσεις που παίρνουν ανάλογα με το πού βρίσκεται η μπάλα και το πώς αντιδρούν όταν τη χάνουν. Για παράδειγμα, βλέπουμε την ΑΕΚ να χρησιμοποιεί τους στόπερ της πολύ ψηλά, να τους μετακινεί σε ρόλους που παλαιότερα δεν θα θεωρούσαμε συνηθισμένους. Είναι μια διαφορετική προσέγγιση. Εγώ παρακολουθώ πολύ αυτά τα πράγματα. Μου αρέσει να βλέπω το ποδόσφαιρο ως τακτική, να αναλύω τις κινήσεις και τις αποστάσεις. Μπορεί να παρακολουθήσω ένα παιχνίδι και να σταθώ σε κάτι που δεν θα προσέξει εύκολα κάποιος άλλος.
Β.Σ.: Έχει ενδιαφέρον, πάντως, και το άλλο κομμάτι. Ότι ένας προπονητής δεν αρκεί να έχει μόνο ποδοσφαιρικές γνώσεις. Πρέπει να μπορεί να διαχειριστεί και το περιβάλλον μιας μεγάλης ομάδας. Να καταλάβει τις ισορροπίες, τις προσδοκίες, τις απαιτήσεις.
Ν.Ν.: Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Το ποδοσφαιρικό κομμάτι μπορεί να το γνωρίζει κάποιος πάρα πολύ καλά. Πρέπει, όμως, να καταλάβει και τον περίγυρο. Να καταλάβει πού βρίσκεται και τι σημαίνει να δουλεύεις σε έναν μεγάλο σύλλογο.
Εγώ το είχα ζήσει ως ποδοσφαιριστής. Όταν ήμουν στον Παναθηναϊκό και στην καλή ομάδα, υπήρχε μια νοοτροπία νικητή. Θυμάμαι ότι κάναμε την ομιλία πριν από ένα παιχνίδι και λέγαμε: «Αν δεν είμαστε μπροστά με δύο γκολ στο ημίχρονο, δεν βγαίνουμε στο δεύτερο». Δεν σημαίνει ότι κερδίζαμε όλα τα παιχνίδια, αλλά υπήρχε αυτή η αίσθηση ότι είμαστε Παναθηναϊκός και πρέπει να πρωταγωνιστούμε.
Το ίδιο συνέβαινε και στον ΟΦΗ, όταν παίζαμε στην έδρα μας. Υπήρχε η απαίτηση να μπούμε στο γήπεδο και να κερδίσουμε.
Όταν έγινα προπονητής στις Εθνικές ομάδες, είχα ένα πλεονέκτημα. Γνώριζα τους Έλληνες ποδοσφαιριστές. Ήξερα τον Καραγκούνη, τον Κατσουράνη, τον Σαλπιγγίδη και άλλους. Ήξερα τον χαρακτήρα τους, τον τρόπο που σκέφτονταν, την τρέλα τους για το ποδόσφαιρο.
Με τους ξένους έπρεπε να κάνω διαφορετική δουλειά. Πήγαινα και τους εξηγούσα τι θα συναντούσαν μέσα στο παιχνίδι. Έλεγα, για παράδειγμα, στον Τζιμπρίλ Σισέ ποιος αμυντικός ήταν αργός, ποιος θα τον χτυπούσε, ποιος θα προσπαθούσε να τον περιορίσει. Το ίδιο έκανα και με τον Λέτο και τους υπόλοιπους.
Είχα ένα πλεονέκτημα, επειδή πολλούς από τους αντιπάλους τους γνώριζα προσωπικά. Ήξερα πώς σκέφτονταν και πώς λειτουργούσαν. Τους έδινα πληροφορίες που μπορούσαν να τους βοηθήσουν μέσα στο παιχνίδι.
Βέβαια, τότε ξεκινούσα την προπονητική μου καριέρα. Δεν είχα την εμπειρία που έχω σήμερα. Ήμουν, όμως, τυχερός γιατί στις Εθνικές ομάδες είχαμε πολλά παιχνίδια μαζεμένα και μπορούσα να διαχειριστώ αυτή την κατάσταση.
Β.Σ.: Σήμερα, με την εμπειρία που έχεις αποκτήσει, σε εκπλήσσουν οι αποχωρήσεις προπονητών από μεγάλες ομάδες; Για παράδειγμα, όταν φεύγει ένας προπονητής με το ειδικό βάρος του Μεντιλίμπαρ ή του Λουτσέσκου;
Ν.Ν.: Όχι. Τώρα δεν με σοκάρει τίποτα. Και να σου πω κάτι; Δεν με στενοχωρεί ούτε με ενθουσιάζει κάτι όπως παλαιότερα.
Τα βλέπω όλα με μεγαλύτερη ψυχραιμία, γιατί έχω εμπειρία. Έχω ζήσει καταστάσεις και ξέρω τι μπορεί να δημιουργηθεί την επόμενη ημέρα. Δεν χρειάζεται να διαβάσω ή να ακούσω κάτι για να καταλάβω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.
Ξέρω ότι, όταν συμβεί κάτι, θα αρχίσει μια συγκεκριμένη διαδικασία. Γι’ αυτό και λέω στους νέους ποδοσφαιριστές ότι πρέπει να μάθουν να διαχειρίζονται και την επιτυχία και την αποτυχία. Να χαρείς τη νίκη σου, αλλά να ξέρεις ότι από την επόμενη ημέρα αρχίζει πάλι η δουλειά. Δεν πρέπει να σκέφτεσαι μόνο τι θα κάνεις την Κυριακή που πέρασε. Πρέπει να κοιτάζεις ήδη την επόμενη Κυριακή.
Β.Σ.: Αυτό είναι ακόμη πιο δύσκολο σήμερα, με την έκθεση των ποδοσφαιριστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένας νέος παίκτης μπορεί να αποθεωθεί τη μία ημέρα και την επόμενη να δεχθεί σκληρή κριτική.
Ν.Ν.: Αυτό είναι από τα χειρότερα πράγματα. Τα παιδιά σήμερα πιέζονται πάρα πολύ. Υπάρχουν τα social media, όπου ο καθένας γράφει ό,τι θέλει. Ένας ποδοσφαιριστής μπορεί να κάνει ένα καλό παιχνίδι, να διακριθεί, να βγει στην εφημερίδα και την επόμενη ημέρα να αρχίσει να περιμένει τι θα γράψουν γι’ αυτόν.
Πρέπει να μάθουμε στα παιδιά να μην επηρεάζονται από όλα αυτά. Να καταλαβαίνουν ότι η αξία τους δεν καθορίζεται από το τι γράφει ο καθένας στο διαδίκτυο.
Μπορεί να δεις έναν ποδοσφαιριστή στην προπόνηση τη μία ημέρα και την επόμενη να είναι εντελώς διαφορετικός. Να έχει επηρεαστεί από κάτι που διάβασε. Του λες: «Αφού σε πειράζει, γιατί το διαβάζεις;». Αλλά είναι δύσκολο να το αποφύγεις, ειδικά όταν είσαι μικρός. Εγώ δεν ασχολούμαι με αυτά. Έχω ένα Instagram, που μου το έφτιαξε η κόρη μου πριν από πέντε χρόνια, αλλά δεν παρακολουθώ τι γράφει ο καθένας για μένα. Μου αρέσει, βέβαια, να βλέπω τι συμβαίνει.
Παλαιότερα, όταν παίζαμε και χάναμε, μπορούσες να πας την επόμενη ημέρα στο σούπερ μάρκετ και να συναντήσεις έναν άνθρωπο που θα σου έλεγε: «Εντάξει, δεν πειράζει, χάσατε χθες». Αυτό ήταν. Η κριτική είχε ένα ανθρώπινο μέτρο.
Σήμερα, όμως, ένα παιδί μπορεί να δεχθεί εκατοντάδες σχόλια, να διαβάσει πράγματα που δεν θα έπρεπε να διαβάζει και να επηρεαστεί πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε.
Β.Σ.: Θέλει, λοιπόν, και προπονητική της προσωπικότητας. Δεν αρκεί να διδάσκεις στα παιδιά πώς θα κάνουν ένα κοντρόλ, πώς θα κινηθούν ή πώς θα εκτελέσουν μια τακτική οδηγία. Πρέπει να τα προετοιμάζεις και για όσα θα συναντήσουν έξω από το γήπεδο.
Ν.Ν.: Ακριβώς. Πρέπει να τα βοηθήσεις να καταλάβουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο το ποδόσφαιρο και ότι δεν πρέπει να εξαρτώνται από το τι θα γράψει κάποιος γι’ αυτά.
Ο ΟΦΗ, η ιστορία και η μεγάλη διαφορά του τότε με το σήμερα
Β.Σ.: Είπες προηγουμένως πόσο χαίρεσαι όταν βλέπεις τον ΟΦΗ να προοδεύει. Σε έχει εντυπωσιάσει αυτό που έχει καταφέρει η ομάδα τα τελευταία χρόνια;
Ν.Ν.: Με έχει χαροποιήσει πολύ. Βέβαια, πρέπει να ξεχωρίσουμε τις περιόδους. Η τελευταία μεγάλη επιτυχία είναι αυτή που συνδέεται με την κατάκτηση του Κυπέλλου και την ευρωπαϊκή παρουσία. Είναι σημαντικό ότι ο ΟΦΗ έχει ξαναβρεθεί στο προσκήνιο.
Όταν μιλάμε για την ιστορία του συλλόγου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρξε μια πολύ καλή πενταετία. Το 1985-86 βγήκαμε δεύτεροι. Το 1986-87 βγήκαμε στην Ευρώπη και κατακτήσαμε το Κύπελλο. Το 1987-88 διεκδικούσαμε το πρωτάθλημα και στη συνέχεια συνεχίσαμε να έχουμε σημαντικές παρουσίες.
Ήταν μια περίοδος που, αν μπορούσε να διατηρηθεί, θα είχε ακόμη μεγαλύτερη συνέχεια.
Τότε αντιμετωπίσαμε και αποκλείσαμε μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες. Παίξαμε με τη Βίτοσα, με τη Φερέντσβαρος, με την Οσέρ, με την Ατλέτικο Μαδρίτης. Ήταν διαφορετική εποχή, διαφορετικό ποδόσφαιρο.
Σήμερα οι διοργανώσεις έχουν αλλάξει. Μπορεί να παίξεις ένα παιχνίδι και να βρεθείς σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή διοργάνωση. Τότε η διαδρομή ήταν διαφορετική, με άλλες συνθήκες και άλλες απαιτήσεις. Δεν μπορείς να συγκρίνεις εύκολα τις εποχές.
Β.Σ.: Άρα δεν είναι σωστό να κάνουμε απλουστευτικές συγκρίσεις ανάμεσα στο τότε και στο τώρα.
Ν.Ν.: Όχι, γιατί οι διαφορές είναι τεράστιες. Είναι άλλο ποδόσφαιρο. Υπάρχουν, όμως, πράγματα που μένουν. Η ιστορία ενός συλλόγου, οι άνθρωποι που τον υπηρέτησαν, οι στιγμές που έζησαν οι φίλαθλοι.
Και αυτό πρέπει να το θυμόμαστε. Δεν πρέπει να μηδενίζουμε όσα έγιναν στο παρελθόν, επειδή σήμερα το ποδόσφαιρο έχει διαφορετική μορφή.
«Το ελληνικό πρωτάθλημα έχει γίνει πιο ανταγωνιστικό, αλλά οι τέσσερις έχουν ξεφύγει»
Β.Σ.: Πώς βλέπεις σήμερα το ελληνικό ποδόσφαιρο; Έχουμε καλύτερες ομάδες, μεγαλύτερο ανταγωνισμό και περισσότερη αξιοπιστία σε σχέση με παλαιότερα;
Ν.Ν.: Θεωρώ ότι έχουμε καλές ομάδες. Τα τελευταία χρόνια το πρωτάθλημα είναι ανταγωνιστικό και αυτό φαίνεται και στην Ευρώπη. Είναι, κατά τη γνώμη μου, πιο αξιόπιστο.
Υπάρχει, όμως, ένα μεγάλο πρόβλημα. Οι τέσσερις μεγάλες ομάδες έχουν ξεφύγει οικονομικά και αγωνιστικά. Ο ΟΦΗ και ο Άρης, που θα μπορούσαν να είναι οι επόμενες ομάδες πίσω από αυτές, δεν μπορούν εύκολα να τις πλησιάσουν.
Οι διαφορές είναι τεράστιες. Δεν είναι εύκολο να τις καλύψεις. Μπορείς να κερδίσεις ένα παιχνίδι, να κάνεις μια έκπληξη, αλλά άλλο είναι να διεκδικείς με συνέπεια το πρωτάθλημα.
Έχουν αλλάξει, επίσης, πολλά πράγματα σε σχέση με το παρελθόν. Δεν υπάρχει πια η ίδια σημασία της έδρας. Παλαιότερα πολλές ομάδες στηρίζονταν στο γήπεδό τους. Σήμερα αυτό δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό.
Β.Σ.: Και η Εθνική ομάδα; Είσαι αισιόδοξος για την πορεία της;
Ν.Ν.: Θα σου πω πώς τη βλέπω. Θεωρώ ότι σε κάποιες σημαντικές στιγμές δεν μας έκατσαν τα αποτελέσματα. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να μη νικήσουμε στην Αγγλία και να πάρουμε το αποτέλεσμα στην Κοπεγχάγη. Θα μπορούσαμε να μη φέρουμε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα στη Γλασκώβη και να πετύχουμε κάτι μεγάλο στο Παγκόσμιο Κύπελλο.
Οι εμφανίσεις μας, όμως, ήταν καλές. Έχουμε καλούς ποδοσφαιριστές και καλή ομάδα. Έχουμε αρχίσει να βρίσκουμε έναν τρόπο παιχνιδιού και να γινόμαστε ανταγωνιστικοί.
Υπάρχει, όμως, κάτι που πρέπει να λέμε και να τιμάμε. Καμία, μα καμία Εθνική ομάδα δεν μπορεί να συγκριθεί με την ομάδα του 2004. Εκείνη η ομάδα πέτυχε το ακατόρθωτο. Δεν μπορείς να την αγγίζεις με εύκολες συγκρίσεις.
Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπαίνουμε στη διαδικασία να συγκρίνουμε κάθε νέα Εθνική με εκείνη την ομάδα. Το 2004 ήταν μια μοναδική ιστορία.
Και πρέπει να θυμόμαστε και το επίπεδο των ποδοσφαιριστών που υπήρχαν τότε. Ο Δέλλας είχε παίξει με τον Καπέλο. Ο Βρύζας αγωνιζόταν στη Φιορεντίνα, ο Μαχλάς στον Άγιαξ, ο Χαριστέας στη Βέρντερ Βρέμης και στον Άγιαξ, ο Γιαννακόπουλος είχε παίξει στην Αγγλία, ο Νταμπίζας στη Νιούκαστλ, ο Φύσσας στην Μπενφίκα, ο Καραγκούνης είχε περάσει από την Ίντερ. Ο Κατσουράνης πήγε στην Μπενφίκα.
Δεν ήταν μια ομάδα που απλώς αμυνόταν και περίμενε. Είχε ποδοσφαιριστές με πολύ σημαντικές παραστάσεις από το εξωτερικό.
Και κάτι ακόμη: δεν κερδίσαμε το Euro στα πέναλτι. Τα παιχνίδια τα πήραμε στην κανονική διάρκειά τους. Δεν ήταν μια διοργάνωση στην οποία περάσαμε με διαδοχικές ισοπαλίες.
Β.Σ.: Υπάρχει, βέβαια, και η διαφορά των εποχών. Σήμερα έχουμε πολλούς Έλληνες ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται στο εξωτερικό και πρωταγωνιστούν.
Ν.Ν.: Σήμερα έχουν ανοίξει τα σύνορα. Ένας νεαρός ποδοσφαιριστής μπορεί να πάει πολύ πιο εύκολα σε μια ομάδα της Ολλανδίας ή σε κάποιο άλλο πρωτάθλημα. Παλαιότερα δεν υπήρχαν οι ίδιες δυνατότητες.
Όταν ήμουν εγώ ποδοσφαιριστής, δεν μπορούσες εύκολα να φύγεις. Οι ομάδες έπαιρναν λίγους ξένους και οι Έλληνες είχαν περιορισμένες ευκαιρίες να δοκιμάσουν την τύχη τους στο εξωτερικό.
Τώρα μπορεί ένα παιδί να είναι μικρό και ο πατέρας του να σκέφτεται ότι πρέπει να πάει στην Ολλανδία, στη Γερμανία ή κάπου αλλού. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει.
«Εμείς ήμασταν παίκτες της αλάνας – Τα σημερινά παιδιά είναι έτοιμα από τις ακαδημίες»
Β.Σ.: Αφού μιλάμε για τους μικρούς, θέλω να γυρίσουμε λίγο στη δική σου ιστορία. Εσύ σε ποια ηλικία μπήκες στην Εθνική ομάδα;
Ν.Ν.: Εγώ ήμουν 19 χρονών και έπαιζα στην Εθνική Ελπίδων. Ήμουν αρχηγός και μπορούσα να αγωνιστώ και στην Εθνική Νέων. Ο Παπαποστόλου με πήρε στην αποστολή για ένα παιχνίδι με την Πολωνία.
Ήμουν πολύ μικρός. Στην ομάδα υπήρχαν ποδοσφαιριστές όπως ο Καρουλιάς, ο Κυράστας, ο Ζαραβίνος και ο Αναστόπουλος. Ήμουν ο μικρότερος. Αργότερα πήγαμε στον τελικό και ήμουν αρχηγός.
Είχα, μάλιστα, και μια πρόταση από το εξωτερικό όταν ήμουν περίπου 30-31 ετών. Μια ελβετική ομάδα είχε έρθει για προετοιμασία στην Ελλάδα και παρακολούθησε ένα παιχνίδι του ΟΦΗ. Εγώ έκανα ένα πολύ καλό παιχνίδι, έβαλα δύο γκολ και έδωσα μία ασίστ στον Γιάννη Αναστασίου.
Με πλησίασαν και μου είπαν ότι ήθελαν να με πάρουν. Δεν προχώρησε, γιατί εγώ είχα αποφασίσει ότι θα μείνω στον ΟΦΗ. Είχα περάσει τόσα χρόνια στην ομάδα και δεν ήθελα να φύγω.
Β.Σ.: Εσύ, πάντως, ανήκεις σε μια γενιά ποδοσφαιριστών που μεγάλωσαν διαφορετικά. Δεν υπήρχαν οι σημερινές ακαδημίες, η ίδια εκπαίδευση και η ίδια τακτική καθοδήγηση.
Ν.Ν.: Εμείς ήμασταν παίκτες της αλάνας. Εγώ ήμουν 18 χρονών και δεν μου είχε μάθει κάποιος όλα αυτά που ξέρουν σήμερα τα παιδιά. Ήμουν ταλαντούχος, έπαιζα με μεγαλύτερους, με 30άρηδες και 40άρηδες, και δεν φοβόμουν.
Θυμάμαι ένα παιχνίδι στα Φάρσαλα, στον Παλαμά, με μια ομάδα της Δ΄ Εθνικής. Κερδίσαμε πέναλτι. Εγώ ήμουν 17 χρονών. Ήρθαν όλοι γύρω μου και μου έλεγαν ότι, αν το βάλω, δεν θα φύγω από εκεί! Το χτύπησα, το έβαλα και έφυγα γρήγορα για τα αποδυτήρια.
Αυτή ήταν η εποχή μας. Δεν είχαμε την εκπαίδευση που έχουν τα σημερινά παιδιά. Δεν ξέραμε πώς να τοποθετηθούμε, πώς να κινηθούμε σε κάθε θέση.
Θυμάμαι ότι, όταν ήρθε ο Ολλανδός προπονητής στον ΟΦΗ, με ρώτησε κάποια στιγμή τι κάνω και πού είναι η θέση μου. Εγώ έπαιζα αριστερός χαφ σε ένα σύστημα με ρόμβο και εκείνος με έβαλε δεξιά. Μου είπε ότι από εκεί θα κάνω ό,τι θέλω.
Δεν ξέραμε τότε όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Σήμερα τα παιδιά είναι διαφορετικά. Από τις ακαδημίες μαθαίνουν πώς να κάνουν κοντρόλ, πώς να ανοίγουν το σώμα τους, πώς να τοποθετούνται. Ξέρουν τι σημαίνει να παίζουν ως οκτάρια, δεκάρια, εννιάρια, πεντάρια.
Στα 18 τους είναι πολύ πιο έτοιμα από ό,τι ήμασταν εμείς στην ίδια ηλικία. Αυτό είναι μεγάλη αλλαγή.
«Έκανα τη χαρά μου επάγγελμα»
Β.Σ.: Θα μπορούσαμε να μιλάμε είκοσι ώρες, αλλά πρέπει να αφήσουμε και κάτι για την επόμενη φορά. Θέλω, λοιπόν, να σου κάνω την τελευταία ερώτηση. Για ποιον λόγο αισθάνεσαι ευγνώμων στο ποδόσφαιρο; Για το ταλέντο που είχες, για όσα έζησες, για όσα κέρδισες; Για ποιον λόγο χαίρεσαι που αφιέρωσες τη ζωή σου σε αυτό;
Ν.Ν.: Πέρα από όλα αυτά, όταν κάθομαι και σκέφτομαι τη ζωή και την κοινωνία, υπάρχουν πολλά πράγματα που με στενοχωρούν. Και μέσα στον χώρο του ποδοσφαίρου έχω περάσει καταστάσεις που με έχουν πειράξει. Έχω παράπονα, αλλά δεν κρατάω κακία.
Στον ΟΦΗ πέρασα 16 χρόνια ως ποδοσφαιριστής. Ήταν τα καλύτερά μου χρόνια. Όσες φορές επέστρεψα στον ΟΦΗ από άλλη θέση, πέρασα και δύσκολες στιγμές. Έχω φοβερά παράπονα, αλλά δεν έχω κακία.
Όταν κάθομαι και απολαμβάνω τη ζωή, σκέφτομαι ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχω είναι η υγεία μου. Και λέω κάτι πολύ απλό: το ποδόσφαιρο μού έδωσε τη δυνατότητα να κάνω επάγγελμα τη χαρά που είχα ως παιδί.
Αυτό είναι το σημαντικότερο. Δεν έκανα επάγγελμα κάτι που δεν αγαπούσα. Έκανα επάγγελμα τη χαρά μου.
Μου έδωσε φίλους, κουμπάρους, γνωστούς, ανθρώπους που θα έχω στη ζωή μου για πάντα. Μου έδωσε οικονομική ανεξαρτησία. Έχω την υγεία μου, μπορώ να ζω και δεν έχω ανάγκη κανέναν. Με την καλή έννοια, βέβαια, πάντα πρέπει να έχουμε ανάγκη τον διπλανό μας, να μπορούμε να τον βοηθήσουμε αν έχει κάποιο πρόβλημα.
Έκανα κι εγώ τα λάθη μου. Όλοι κάνουμε λάθη. Αλλά είχα πάντοτε μια λογική στη διαχείριση των χρημάτων. Αν έβγαζα δέκα, σκεφτόμουν ότι μπορούσα να ξοδέψω πέντε. Δεν έβγαζα δέκα για να δανειστώ άλλα δώδεκα.
Πάντοτε σκεφτόμουν ότι υπάρχει και η επόμενη ημέρα. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν και οι νέοι ποδοσφαιριστές. Σήμερα υπάρχουν πολλές προκλήσεις, πολλά πράγματα που μπορεί να σε παρασύρουν.
Έχω δει συναδέλφους μου που έβγαλαν πολλά χρήματα και αργότερα βρέθηκαν σε δύσκολη κατάσταση. Δεν είναι ωραίο να ακούς ότι ένας άνθρωπος που έπαιξε ποδόσφαιρο, κέρδισε χρήματα και θα μπορούσε να ζήσει καλά, δεν έχει πλέον τίποτα.
Εμείς πρέπει να συμβουλεύουμε τα παιδιά. Να τους λέμε ότι θα κάνουν και λάθη, θα αγοράσουν πράγματα, θα διασκεδάσουν, θα ξοδέψουν χρήματα. Είναι λογικό. Αλλά πρέπει να σκέφτονται και το μετά. Όσο μεγαλώνεις, αλλάζουν οι απαιτήσεις σου. Δεν χρειάζεσαι δέκα αυτοκίνητα. Μπορείς να έχεις ένα μικρό αυτοκίνητο, να φροντίζεις την οικογένειά σου, τα παιδιά σου και να είσαι καλά. Εγώ σήμερα είμαι εδώ γιατί μου αρέσει αυτό που κάνω. Έχω όσα χρειάζομαι για να ζήσω. Δεν έχω ανάγκη να αποδείξω κάτι με τα χρήματα ή με την εικόνα μου. Με ευχαριστεί η καθημερινότητα, οι έξι ημέρες που περνάω καλά με την ομάδα.
Και, ξέρεις κάτι; Δεν φοβάμαι μήπως με διώξουν. Αν φοβάσαι ότι θα σε διώξουν, καλύτερα να μη γίνεις προπονητής. Έτσι είναι αυτή η δουλειά.
Τα παράπονα από τον ΟΦΗ: «Δεν κρατάω κακία, αλλά ένιωσα προδομένος»
Β.Σ.: Είπες ότι έχεις παράπονα από τον ΟΦΗ, αλλά δεν κρατάς κακία. Θέλω να το εξηγήσεις λίγο περισσότερο, γιατί είναι κάτι που το έχεις αναφέρει και άλλες φορές. Έχεις συνδέσει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής σου με τον σύλλογο.
Ν.Ν.: Θα σου πω μια ιστορία, γιατί πολλές φορές ακούγονται πράγματα για μένα που δεν τα γνωρίζει ο κόσμος.
Όταν ήμουν ποδοσφαιριστής στον ΟΦΗ, ήμουν διεθνής και έπαιζα στην Εθνική ομάδα. Τότε τα συμβόλαια ήταν καθαρά. Ήξερες τι έπαιρνε ο καθένας. Αν ένας συμπαίκτης μου έπαιρνε ένα συγκεκριμένο ποσό, όταν ερχόταν ο πρόεδρος ζητούσα ένα ευρώ παραπάνω. Δεν ζητούσα κάτι παράλογο.
Όταν πήγα προπονητής στον ΟΦΗ, μου έλεγαν ότι θα μπορούσα να πάρω όσα χρήματα ήθελα. Έγινε τότε η ιστορία με τον Τσάλο και με τις προσφυγές και τις διαφωνίες, και εγώ έκανα προσφυγή επειδή με απείλησαν εκείνοι που ήταν τότε στην ομάδα και ήθελα να τους δείξω ότι δεν τους φοβάμαι. Δεν το είχα πει ποτέ δημόσια.
Όταν ήρθε η κανονικότητα και ανέλαβε ο κύριος Καζανάκης, του είπα: «Κύριε Κώστα, είναι δυνατόν να πάρω χρήματα εγώ από τον ΟΦΗ;». Δεν μπορούσα, όμως, να δεχθώ να έρχεται ο καθένας και να σπιλώνει την εικόνα μου, ενώ έχω περάσει 16 χρόνια στον σύλλογο.
Κάτι ανάλογο ένιωσα και αργότερα. Και αυτό με πείραξε πάρα πολύ. Όταν ήμουν στον ΟΦΗ, υπήρχε μια περίοδος που πήγαινα στις αποστολές, σαν παλιός ποδοσφαιριστής, σαν άνθρωπος που είχε συνδεθεί με την ομάδα. Ήμουν κοντά στον σύλλογο, βοηθούσα όπως μπορούσα.
Κάποια στιγμή η ομάδα έχανε συνεχώς. Προπονητής ήταν ο Γιώργος Σίμος. Θυμάμαι ότι είχα μείνει στην Τρίπολη με τον Σαμαρά και έναν κοινό μας φίλο από την Ολλανδία. Μιλάω με επιχειρήματα. Γιάννη φταίς και εσύ. Του είπα ότι έπρεπε να σφίξουμε λίγο τα πράγματα, να αλλάξει η νοοτροπία, να υπάρχει μεγαλύτερη πειθαρχία.
Δεν το είπα για να κατηγορήσω κάποιον. Το έλεγα επειδή νοιαζόμουν για την ομάδα. Λίγο αργότερα με έκοψαν από τα ταξίδια. Δεν έδωσα συνέχεια. Είπα στη γυναίκα μου ότι δεν θα ασχοληθώ άλλο.
Κάποια στιγμή, όμως, με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι ήθελε να με δει ο Γιάννης Σαμαράς. Τελικά πήγα και μου εξήγησαν ότι η ομάδα είχε φτάσει σε δύσκολη θέση και χρειαζόταν βοήθεια. Μου είπαν ότι, αν σωζόταν η ομάδα, θα αναλάμβανα προπονητής και θα έμενα στον ΟΦΗ. Δέχθηκα. Είχα παράπονα, αλλά πήγα γιατί ήθελα να βοηθήσω. Ασε τα παράπονα, καιγόμαστε. Σωθήκαμε. Στη συνέχεια περίμενα να ξεκινήσει η νέα σεζόν. Μου είχαν πει ότι θα έμενα στην ομάδα. Κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο βράδυ αργά ο πρόεδρος, ο Μπούσης (το 2021), και μου είπε ότι θα συνεχίσω ως προπονητής. Κάναμε μια ολόκληρη σεζόν, πήραμε 37 βαθμούς, τους περισσότερους από κάθε προηγούμενη χρονιά. Με 34 βαθμούς είχε βγει η ομάδα στην Ευρώπη, με 37 δεν μπήκαμε καν στα play-off. Και τότε, τον Φεβρουάριο, σταμάτησε η κάνουλα. Άρχισαν τα play-out και δεν πληρωνόταν κανένας. Ούτε εγώ ούτε οι ποδοσφαιριστές. Για πέντε μήνες. Οι παίκτες έρχονταν και μου έλεγαν ότι θα κάνουν αποχή. Πάτε καλά τους έλεγα. Τους έλεγα να κάνουν υπομονή, γιατί πίστευα ότι το καλοκαίρι θα άλλαζαν τα πράγματα.
Ήρθε η ώρα να πάμε στην Ολλανδία για προετοιμασία. Οι παίκτες δεν ήθελαν να ταξιδέψουν χωρίς να έχουν πληρωθεί. Τελικά βάλανε έναν μισθό και πήγαμε.
Και μετά ήρθε η ατάκα ότι αν δεν έρθουν παίκτες, θα κλάψουμε. Κάθε μέρα μου έλεγαν ότι θα έρθουν τρεις, ότι θα έρθουν άλλοι τρεις, καιπηγαίναμε στην προετοιμασία με 14 ποδοσφαιριστές.
Είπα ότι, αν δεν έρθουν και τα νέα παιδιά, οι δύο Γιαννάκηδες δεν θα πάω. Τελικά έγιναν επαγγελματίες ο Θεοδοσουλάκης και ο Αποστολάκης. Εγώ είχα δει αυτά τα παιδιά και πίστευα ότι μπορούσαν να βοηθήσουν. Έτσι κέρδισε ο ΟΦΗ δύο ποδοσφαιριστές. Το λέω αυτό γιατί δεν έχω κανένα πρόβλημα να αναγνωρίσω όσα μου έδωσε ο σύλλογος. Έχω, όμως, και παράπονα.
Η κόρη μου εργαζόταν στον ΟΦΗ και έπαιρνε 300 ευρώ. Είχε αναλάβει διάφορες εκδηλώσεις, επισκέψεις σε σχολεία και άλλες δραστηριότητες. Είναι καθηγήτρια Αγγλικών και της άρεσε αυτό που έκανε. Κάποια στιγμή έφυγα εγώ από την ομάδα. Είχα ακόμη έναν χρόνο συμβόλαιο. Ο πρόεδρος μού είχε πει ότι θα είμαι πάντα εκεί, αλλά τελικά έφυγα. Δεν ζήτησα αποζημίωση για όλο το συμβόλαιο. Πήρα έναν-δύο μισθούς και τελείωσε η ιστορία. Που θέλω να καταλήξω;
Φεύγω εγώ, μετά ήρθαν άλλοι προπονητές. Ο Νταμπράουσκας, ο Ράσταβατς, ο Δέλλας και άλλοι.
Κάποια στιγμή, το καλοκαίρι, έρχεται η κόρη μου και μου λέει: «Μπαμπά, μου είπαν από τον ΟΦΗ θέλουν να μου κάνουν μείωση αποδοχών».
Και σκέφτομαι: οι προπονητές που ήρθαν μετά από μένα ζητούσαν και έπαιρναν ολόκληρα τα χρήματα των συμβολαίων τους. Εγώ δεν ζήτησα τίποτα. Και έρχεσαι και λες σε ένα κορίτσι που παίρνει 300 ευρώ να δεχθεί μείωση; Αυτό με πείραξε πάρα πολύ. Όχι για τα χρήματα. Για την ηθική πλευρά της υπόθεσης.
Δεν με ενδιαφέρει αν είμαι κοντά ή μακριά από την ομάδα. Δεν με ενδιαφέρει αν θα με καλέσουν ή όχι. Αυτό που με πείραξε ήταν η συμπεριφορά. Γι’ αυτό σου λέω ότι ένιωσα προδομένος και ότι με κορόιδεψαν. Δεν κρατάω κακία σε κανέναν. Έχω, όμως, αυτό το παράπονο. Όταν κάτι σε πειράζει τόσο πολύ, δεν μπορείς να κάνεις σαν να μη συνέβη.
Β.Σ.: Παρ’ όλα αυτά, δεν έχεις αποκοπεί από τους ανθρώπους του ΟΦΗ. Έχεις τις σχέσεις σου, έχεις την ιστορία σου, έχεις τους ανθρώπους που γνώρισες και με τους οποίους έζησες τόσα χρόνια.
Ν.Ν.: Εγώ είμαι σε μια ουδέτερη στάση. Δεν κρατάω κακία. Δεν θέλω να έχω αντιπαλότητες. Αλλά δεν μπορώ να δεχθώ κάτι που θεωρώ άδικο.
Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να είμαι καλά, να έχω την υγεία μου, να κάνω τη δουλειά μου και να περνάω καλά με τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μου.
Το φινάλε της συζήτησης
Β.Σ.: Νίκο Νιόπλια, σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήσουν αποκαλυπτικός, όπως πάντα. Μας έδωσες μια συνέντευξη που είχε απ’ όλα: ποδόσφαιρο, τακτική, αναμνήσεις, ιστορίες, προσωπικές εξομολογήσεις. Και, βεβαίως, δεν θα μπορούσε να λείπει και μια κουβέντα για άμυνες, ρόμβους, 3-5-2 και 5-3-2!
Σε ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, γιατί τιμάς την εκπομπή με την παρουσία και την ειλικρίνειά σου. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη δική μας εκπομπή, αλλά κάθε δημοσιογραφική συνάντηση στην οποία ένας άνθρωπος καταθέτει με τέτοιον τρόπο τις σκέψεις και τις εμπειρίες του.
Δείτε όλη την συνέντευξη: