Μην χάνεις είδηση. Βάλε το
CRETA24
στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Νέα ένταση με την Τουρκία για τα θαλάσσια πάρκα: Τι επιδιώκει η Άγκυρα – Πώς απαντά η Αθήνα
Η Άγκυρα θεσμοθέτησε ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο τα δύο θαλάσσια πάρκα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο που είχε προαναγγείλει από το 2025 – Οι επίμαχες χαράξεις σε Λήμνο - Σαμοθράκη και Καστελόριζο, η σύνδεση με τις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις και το μήνυμα της Αθήνας ότι δεν δημιουργούνται τετελεσμένα
Νέα ένταση καταγράφεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά τη δημοσίευση, ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο, των τουρκικών προεδρικών αποφάσεων για την ανακήρυξη δύο θαλάσσιων πάρκων στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η κίνηση της Άγκυρας προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Αθήνας, καθώς οι τουρκικές χαράξεις δεν περιορίζονται στα χωρικά ύδατα της Τουρκίας, αλλά επεκτείνονται σε διεθνή ύδατα και, σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών, σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η εξέλιξη δεν ήταν αιφνιδιαστική. Η Τουρκία είχε προαναγγείλει από το καλοκαίρι του 2025 ότι θα προχωρούσε στη δημιουργία δικών της θαλάσσιων πάρκων, ως απάντηση στην ελληνική πρωτοβουλία. Στις 2 Αυγούστου του ίδιου έτους, το τουρκικό Εθνικό Κέντρο Έρευνας για το Δίκαιο της Θάλασσας (DEHUKAM) έδωσε στη δημοσιότητα τις δύο θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, ενσωματώνοντάς τες στον τουρκικό χάρτη Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, ο οποίος είχε ήδη καταχωριστεί στη Διακυβερνητική Ωκεανογραφική Επιτροπή της UNESCO. Περισσότερο από έναν χρόνο αργότερα, η Άγκυρα περνά πλέον από τη χαρτογράφηση στην επίσημη θεσμοθέτησή τους.
Οι προεδρικές αποφάσεις της 15ης Αυγούστου, με την υπογραφή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αφορούν δύο εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές. Η πρώτη βρίσκεται στο Βορειοανατολικό Αιγαίο, δυτικά της Ίμβρου και της Τενέδου και μεταξύ Λήμνου και Σαμοθράκης, ενώ η δεύτερη εκτείνεται στην Ανατολική Μεσόγειο, στην περιοχή ανατολικά της Ρόδου και προς το Καστελόριζο και τον Κόλπο της Αττάλειας.
Η γεωγραφία των δύο πάρκων είναι αυτή που προκαλεί τη μεγαλύτερη αντίδραση στην Αθήνα, καθώς οι χαράξεις παραπέμπουν στις πάγιες τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες. Στο Βορειοανατολικό Αιγαίο η Άγκυρα παρεμβάλλει το πάρκο μεταξύ Σαμοθράκης και Λήμνου, πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων. Στην Ανατολική Μεσόγειο, αντίστοιχα, η χάραξη αποτυπώνεται κατά τρόπο που περιορίζει το Καστελόριζο στην περιοχή των υφιστάμενων χωρικών του υδάτων, επαναφέροντας ουσιαστικά τη γνωστή διαφωνία Αθήνας και Άγκυρας για την επήρεια των νησιών στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.
Ιδιαίτερο ιστορικό βάρος έχει η επιλογή της περιοχής στο Βορειοανατολικό Αιγαίο. Στον ίδιο ευρύτερο θαλάσσιο χώρο εντοπίζονται οι απαρχές της ελληνοτουρκικής διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα. Την 1η Νοεμβρίου 1973 η Τουρκία δημοσίευσε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως άδειες προς την κρατική εταιρεία πετρελαίων TPAO για έρευνες σε 27 περιοχές του Αιγαίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσε αργότερα η Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, οι παραχωρήσεις εκτείνονταν από την περιοχή των εκβολών του Έβρου προς τα νότια και δυτικά έως τη Χίο και τα Ψαρά και, κατά την ελληνική θέση, εισέρχονταν στην υφαλοκρηπίδα της Σαμοθράκης, της Λήμνου, του Αγίου Ευστρατίου, της Λέσβου, της Χίου, των Ψαρών και των Αντιψαρών. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών τοποθετεί ακριβώς στον Νοέμβριο του 1973 την αφετηρία της ελληνοτουρκικής διαφοράς για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.
Μάλιστα, η αντιπαράθεση διευρύνθηκε το επόμενο έτος, όταν η Τουρκία εξέδωσε νέες άδειες έρευνας, επεκτείνοντας τις παραχωρήσεις ακόμη δυτικότερα της Σαμοθράκης. Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, επομένως, η χάραξη του νέου τουρκικού πάρκου επαναφέρει στον ίδιο ευρύτερο γεωγραφικό χώρο μία από τις παλαιότερες διαφωνίες των δύο χωρών. Δεν πρόκειται για ταύτιση των σημερινών ορίων με τις παραχωρήσεις της δεκαετίας του 1970, όμως η γεωγραφική σύνδεση είναι σαφής, καθώς η περιοχή μεταξύ Σαμοθράκης και Λήμνου βρίσκεται στον χώρο όπου εκδηλώθηκαν οι πρώτες τουρκικές αμφισβητήσεις της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Πέρα από τη νομική διάσταση, η νέα κίνηση της Άγκυρας έχει σημασία και για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η περίοδος χαμηλής έντασης που ακολούθησε τη Διακήρυξη των Αθηνών στηρίχθηκε στη διατήρηση ανοιχτών διαύλων και στην αποφυγή κρίσεων, χωρίς όμως να μεταβάλει τις θέσεις των δύο χωρών στα βασικά ζητήματα. Η υπόθεση των θαλάσσιων πάρκων έρχεται να υπενθυμίσει αυτή ακριβώς την πραγματικότητα: πίσω από την αποκλιμάκωση παρέμειναν ενεργές οι διαφωνίες για την υφαλοκρηπίδα, τις θαλάσσιες ζώνες και την επήρεια των νησιών.
Το τελευταίο διάστημα, άλλωστε, ένα σημαντικό μέρος της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης έχει επιστρέψει στο προσκήνιο . Ο ελληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός προκάλεσε την αντίδραση της Άγκυρας και την παρουσίαση του αντίστοιχου τουρκικού χάρτη, ενώ διαφορετικές προσεγγίσεις καταγράφηκαν και με αφορμή τις έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης και το ενδιαφέρον της Chevron. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, μετά τα γεγονότα της Κάσου. Πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις, οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται απαραίτητα μεταξύ τους, έχουν όμως έναν κοινό παρονομαστή: φέρνουν ξανά στην επιφάνεια τις αποκλίνουσες θέσεις Αθήνας και Άγκυρας για τον θαλάσσιο χώρο στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Η διαδρομή μέχρι τη σημερινή απόφαση είναι, άλλωστε, συγκεκριμένη. Στις 21 Ιουλίου 2025, μετά την ανακοίνωση των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών προανήγγειλε ότι η Τουρκία θα παρουσίαζε «τις επόμενες ημέρες» τις δικές της πρωτοβουλίες για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Στις 2 Αυγούστου το DEHUKAM δημοσιοποίησε τις δύο θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές και τις ενσωμάτωσε στον τουρκικό χάρτη Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού. Η ελληνική αντίδραση είχε εκδηλωθεί ήδη τότε. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι ότι, έναν χρόνο αργότερα, οι περιοχές εκείνες θεσμοθετούνται με προεδρικές αποφάσεις.
Η απάντηση της Αθήνας ήταν άμεση και επικεντρώθηκε στη νομική διάσταση της υπόθεσης. Το υπουργείο Εξωτερικών χαρακτηρίζει παράνομη τη μονομερή ανακήρυξη των δύο πάρκων, επισημαίνοντας ότι εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων. Σύμφωνα με την ελληνική θέση, κανένα κράτος δεν έχει δικαίωμα να εγκαθιδρύει μονομερώς θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές σε περιοχές εκτός εθνικής δικαιοδοσίας, ενώ οι τουρκικές αποφάσεις είναι παράνομες και στον βαθμό που εκτείνονται εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
«Πρόκειται, συνεπώς, για ενέργεια, η οποία δεν παράγει κανένα απολύτως έννομο αποτέλεσμα τόσο ως προς τα διεθνή ύδατα, όσο και ως προς τα δικαιώματά μας στην ελληνική υφαλοκρηπίδα», τονίζει το υπουργείο Εξωτερικών, ξεκαθαρίζοντας ότι οι τουρκικές αποφάσεις δεν μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Παράλληλα, η Αθήνα διαχωρίζει την τουρκική από την ελληνική πρωτοβουλία, υπογραμμίζοντας ότι τα ελληνικά Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα στο Ιόνιο και το Αιγαίο θεσπίστηκαν αποκλειστικά εντός ελληνικών χωρικών υδάτων.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών σημειώνει πως τέτοιες ενέργειες «δεν συμβάλλουν στην εμπέδωση κλίματος καλής γειτονίας» και υπονομεύουν τις προσπάθειες διατήρησης σχέσεων αμοιβαίας κατανόησης. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στο εάν η αντιπαράθεση θα παραμείνει στο επίπεδο των χαρτών και των διπλωματικών ανακοινώσεων ή εάν η Άγκυρα θα επιχειρήσει συγκεκριμένες ενέργειες εφαρμογής των αποφάσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, το ζήτημα θα περάσει από τη χαρτογράφηση στην απόπειρα άσκησης δικαιοδοσίας και θα αποκτήσει διαφορετική βαρύτητα.
Σε κάθε περίπτωση, η επίσημη θεσμοθέτηση των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων δεν δημιουργεί μια νέα ελληνοτουρκική διαφορά. Επαναφέρει με διαφορετικό εργαλείο την παλαιότερη και βαθύτερη διαφωνία των δύο χωρών για την υφαλοκρηπίδα, τις θαλάσσιες ζώνες και την επήρεια των νησιών. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι στο Βορειοανατολικό Αιγαίο η αντιπαράθεση επιστρέφει, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, στον ίδιο ευρύτερο γεωγραφικό χώρο όπου καταγράφηκαν οι πρώτες τουρκικές αμφισβητήσεις της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Πηγή: iefimerida.gr