Μην χάνεις είδηση. Βάλε το
CRETA24
στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
Ανώτατη εκπαίδευση, ελληνική γλώσσα και συνταγματική αναθεώρηση: Τι ακριβώς οφείλει να προστατεύει το άρθρο 16;
Άρθρο του Βουλευτή Ρεθύμνου της Νέας Δημοκρατίας, Γιάννη Κεφαλογιάννη, μέλους της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, με αφορμή την τοποθέτησή του κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής στη Βουλή στη σχετική συζήτηση για το Άρθρο 16
Ο Thomas Jefferson, μία από τις μεγάλες μορφές του φιλελεύθερου συνταγματισμού, αναρωτιόταν: «Έχει μια γενιά το δικαίωμα να κυβερνά τις επόμενες;».
Η ερώτηση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα κάθε συνταγματικής αναθεώρησης. Ένα Σύνταγμα δεσμεύει το μέλλον. Η νομιμοποίησή του, όμως, προκύπτει από το γεγονός ότι το κάνει μόνο ως προς όσα θεωρούμε απολύτως θεμελιώδη: την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα δικαιώματα, την πολιτική ισότητα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια ζητήματα ανήκουν πράγματι σε αυτόν τον πυρήνα και ποια πρέπει να παραμένουν ανοικτά στη δημοκρατική κρίση των επόμενων γενεών.
Το άρθρο 16 του Συντάγματος κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, τη δημόσια αποστολή της παιδείας, την ακαδημαϊκή ελευθερία και την πλήρη αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων. Ταυτόχρονα, προβλέπει ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Είναι αυτή η τελευταία πρόβλεψη που, από το 2006 και μετά, απορρόφησε δυσανάλογα μεγάλο μέρος του πολιτικού και αναθεωρητικού κεφαλαίου της χώρας. Ως αποτέλεσμα, το άρθρο 16 έχει πάψει να αντιμετωπίζεται ως ένα σύνθετο συνταγματικό ζήτημα και μετατράπηκε σε συμβολική μάχη υπαρξιακού χαρακτήρα.
Έτσι, χάθηκε το πραγματικό ερώτημα. Δεν συζητούμε αν πιστεύουμε στη δημόσια παιδεία. Η δημόσια παιδεία αποτελεί αδιαπραγμάτευτη συνταγματική κατάκτηση. Δεν συζητούμε αν το κράτος οφείλει να εγγυάται τη δωρεάν πρόσβαση, την ισότητα των ευκαιριών και την ακαδημαϊκή ελευθερία. Αυτά ανήκουν στον κανονιστικό πυρήνα του άρθρου 16.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό: ανήκει και η αποκλειστική δημόσια νομική μορφή της ανώτατης εκπαίδευσης σε αυτόν τον σκληρό πυρήνα;
Συνεχίζουμε να συγχέουμε τους σκοπούς του Συντάγματος με τα μέσα μέσω των οποίων αυτοί υπηρετούνται. Η δημόσια παιδεία είναι σκοπός. Η ισότητα των ευκαιριών είναι σκοπός. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι σκοπός. Η υποχρέωση του κράτους να εγγυάται αυτά τα αγαθά είναι σκοπός. Η αποκλειστική δημόσια νομική μορφή του πανεπιστημίου είναι μέσο.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας δεν συνεπάγεται αποχώρηση του κράτους από την ανώτατη εκπαίδευση ούτε υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Αντιθέτως, προϋποθέτει ένα ισχυρό κράτος ως εγγυητή της ποιότητας και της ισότητας.
Το κράτος εξακολουθεί να έχει την ευθύνη να χρηματοδοτεί τα δημόσια πανεπιστήμια, να διασφαλίζει τη δωρεάν πρόσβαση, να πιστοποιεί και να εποπτεύει κάθε ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης και να επιβάλλει υψηλά ακαδημαϊκά πρότυπα.
Αυτό που αλλάζει είναι ότι παύει να είναι ο αποκλειστικός πάροχος. Αναλαμβάνει πρωτίστως τον ρόλο του εγγυητή. Η δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, υπό αυστηρή δημόσια εποπτεία, δεν αντιμετωπίζεται ως απειλή για τη δημόσια παιδεία, αλλά ως μια διαφορετική θεσμική επιλογή για την επίτευξη των ίδιων συνταγματικών σκοπών.
Με άλλα λόγια, η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας υποστηρίζει ότι ο πυρήνας του άρθρου 16 δεν βρίσκεται στην αποκλειστικότητα της νομικής μορφής, αλλά στην υποχρέωση της Πολιτείας να εγγυάται ποιοτική ανώτατη εκπαίδευση, ακαδημαϊκή ελευθερία και ίσες ευκαιρίες για όλους.
Η ίδια αναθεωρητική λογική εξηγεί και μια άλλη, λιγότερο προβεβλημένη πρόταση: τη συνταγματική μέριμνα για την προστασία και την προαγωγή της ελληνικής γλώσσας. Η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινότητα αφηγείται τον εαυτό της, μεταδίδει τη μνήμη της, διαμορφώνει τις έννοιές της και συγκροτεί την πολιτισμική της αυτοσυνειδησία.
Γι’ αυτό και η συνταγματική μέριμνα για την προστασία και την προαγωγή της ελληνικής γλώσσας δεν συνιστά πράξη εσωστρέφειας ούτε έκφραση πολιτισμικής ανασφάλειας. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση ουσιαστικής συμμετοχής στην οικουμενικότητα. Διότι μόνο κοινωνίες που γνωρίζουν ποια είναι η δική τους φωνή μπορούν να συνομιλούν ισότιμα με τις φωνές των άλλων.
Το καθήκον κάθε αναθεωρητικής εξουσίας είναι να διακρίνει, με νηφαλιότητα και θεσμική αυτοσυγκράτηση, ανάμεσα σε όσα οφείλουμε να παραδώσουμε αμετάβλητα στις επόμενες γενιές και σε όσα μπορούμε να τους επιτρέψουμε να επαναπροσδιορίσουν ελεύθερα, ώστε να υπηρετούν τις ίδιες συνταγματικές αξίες με τα μέσα της δικής τους εποχής. Το χρέος μας δεν είναι να τους παραδώσουμε αμετάβλητες όλες τις απαντήσεις του παρελθόντος. Είναι να τους παραδώσουμε αλώβητες τις συνταγματικές αξίες που θα τους επιτρέψουν να δώσουν τις δικές τους.