Μην χάνεις είδηση. Βάλε το
CRETA24
στην Google
ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ CRETA24 ΣΤΗΝ GOOGLE
«Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν πρέπει να μικρύνει στα μέτρα της τρέχουσας πολιτικής αντιπαράθεσης»
Άρθρο του Βουλευτή Ρεθύμνου της Νέας Δημοκρατίας με αφορμή την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής για την Συνταγματική Αναθεώρηση
Η έναρξη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια συζήτηση που υπερβαίνει τον συνήθη πολιτικό χρόνο. Με τη συγκρότηση της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος των εργασιών της, η Βουλή εισέρχεται σε έναν θεσμικό κύκλο που απαιτεί σοβαρότητα, καθαρές θέσεις και επίγνωση του βάρους της διαδικασίας. Στο βάθος αυτής της συζήτησης βρίσκεται το ερώτημα ποιο θεσμικό πλαίσιο χρειάζεται η Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας και ποιοι είναι διατεθειμένοι να τοποθετηθούν με ευθύνη απέναντι σε αυτό.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι από τη φύση της μια άσκηση θεσμικής αυτοσυγκράτησης. Το άρθρο 110 έχει σχεδιαστεί ώστε καμία πλειοψηφία να μην μπορεί να μεταβάλει μόνη της, σε έναν πολιτικό χρόνο, τους βασικούς κανόνες του πολιτεύματος. Η παρούσα Βουλή λειτουργεί ως προτείνουσα Βουλή και αποφασίζει ποιες διατάξεις θα κριθούν αναθεωρητέες. Η επόμενη Βουλή, μετά την κρίση του ελληνικού λαού, θα είναι η αναθεωρητική Βουλή και θα διαμορφώσει το τελικό περιεχόμενο των αλλαγών. Αν στην πρώτη φάση υπάρξει αυξημένη πλειοψηφία, η επόμενη Βουλή μπορεί να αποφασίσει με απόλυτη πλειοψηφία. Αν υπάρξει μόνο απόλυτη πλειοψηφία, τότε στην επόμενη φάση απαιτούνται τα τρία πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών.
Αυτός ο μηχανισμός δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια του Συνταγματικού Δικαίου. Είναι η εγγύηση ότι η αναθεώρηση θα περάσει μέσα από δύο Βουλές, δύο πολιτικές φάσεις και την κρίση των πολιτών. Η συναίνεση είναι ενσωματωμένη στη λογική της διαδικασίας. Ταυτόχρονα, όμως, δεν γεννιέται στο κενό. Προϋποθέτει συμμετοχή, επιχειρήματα και συγκεκριμένες προτάσεις. Όταν μια πολιτική δύναμη αρνείται να τοποθετηθεί επί της ουσίας, δεν προστατεύει τη διαδικασία από την εργαλειοποίηση. Κινδυνεύει να την εργαλειοποιεί η ίδια, ακριβώς μέσω της απουσίας θέσης.
Εδώ βρίσκεται το πρώτο πολιτικό διακύβευμα. Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν προσφέρεται για εύκολη αποχή, ούτε για την άνεση μιας γενικής καταγγελίας. Όποιος θεωρεί ότι ορισμένες διατάξεις πρέπει να αλλάξουν, οφείλει να το πει με σαφήνεια. Όποιος θεωρεί ότι πρέπει να μείνουν ως έχουν, οφείλει να το τεκμηριώσει. Εκείνο που δεν υπηρετεί τη θεσμική σοβαρότητα είναι η μετάθεση της συζήτησης στο μέλλον, χωρίς καθαρή απάντηση στο παρόν. Η ιστορία της Μεταπολίτευσης έχει δείξει ότι οι μεγάλες εκκρεμότητες σπάνια λύνονται όταν όλοι περιμένουν την ιδανική στιγμή. Συνήθως λύνονται όταν το πολιτικό σύστημα αποφασίζει να αναλάβει το κόστος της θέσης του.
Η Νέα Δημοκρατία κατέθεσε την πρότασή της με σαφή προσανατολισμό. Στόχος είναι η προσαρμογή του καταστατικού χάρτη της χώρας σε πραγματικότητες που έχουν ήδη ωριμάσει κοινωνικά, πολιτικά και θεσμικά. Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε το θεμέλιο της πιο σταθερής δημοκρατικής περιόδου της σύγχρονης Ελλάδας. Ακριβώς για αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό, αλλά όχι με ακινησία. Ένα Σύνταγμα αποδεικνύει τη δύναμή του όταν μπορεί να αντέχει στον χρόνο και, ταυτόχρονα, να ανανεώνεται με μέτρο, κανόνες και επίγνωση.
Στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας υπάρχουν παρεμβάσεις που απαντούν σε παλιές παθογένειες και άλλες που ανοίγουν θεσμικά παράθυρα προς το μέλλον. Η αλλαγή του άρθρου περί ευθύνης υπουργών αφορά ευθέως την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δημοκρατία. Η λογοδοσία των πολιτικών προσώπων πρέπει να υπηρετεί τη δικαιοσύνη και όχι την κομματική σκοπιμότητα. Γι’ αυτό έχει σημασία η ενίσχυση του ρόλου της δικαστικής λειτουργίας στη διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων. Ούτε προνομιακή μεταχείριση της εξουσίας, ούτε μετατροπή της ποινικής διαδικασίας σε πεδίο πολιτικής εξόντωσης. Αυτή είναι η δύσκολη, αλλά αναγκαία, ισορροπία.
Αντίστοιχα, η περαιτέρω θωράκιση της Δικαιοσύνης συνδέεται με την ποιότητα του κράτους δικαίου. Η επιλογή της ηγεσίας των Ανώτατων Δικαστηρίων, η σχέση της Δικαιοσύνης με την εκτελεστική εξουσία και οι θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας δεν αφορούν μόνο τους νομικούς. Αφορούν κάθε πολίτη που θέλει να γνωρίζει ότι η εξουσία έχει όρια και ότι υπάρχει ένας αξιόπιστος θεσμός ελέγχου της.
Το άρθρο 16 αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου η χώρα καθυστέρησε να συζητήσει νηφάλια. Η δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, με αυστηρή κρατική εποπτεία και εγγυήσεις ποιότητας, δεν αποδυναμώνει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά σε μια συνολική στρατηγική αναβάθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να χάνει ανθρώπινο δυναμικό, πόρους και ακαδημαϊκές δυνατότητες επειδή επιμένει σε μια απαγόρευση που οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν προ πολλού ξεπεράσει. Το δημόσιο πανεπιστήμιο χρειάζεται στήριξη, χρηματοδότηση, αξιολόγηση και εξωστρέφεια. Δεν χρειάζεται θεσμικό φόβο απέναντι σε κάθε νέα δυνατότητα.
Η πρόταση αγγίζει και το ζήτημα της δημόσιας διοίκησης. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων υπήρξε ιστορικά εγγύηση απέναντι στην κομματική αυθαιρεσία. Δεν μπορεί όμως να αποσυνδέεται από την αξιολόγηση, την αποδοτικότητα και την ευθύνη. Ο πολίτης δικαιούται ένα κράτος που λειτουργεί. Ο ικανός δημόσιος υπάλληλος δικαιούται ένα σύστημα που τον αναγνωρίζει. Και η διοίκηση συνολικά δικαιούται κανόνες που την προστατεύουν από την ισοπέδωση, αλλά και από την αδράνεια.
Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, εξίσου κρίσιμη. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας δεν περιορίζεται στις εκκρεμότητες του χθες. Αγγίζει ζητήματα που θα καθορίσουν την επόμενη δεκαετία. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η κλιματική κρίση, η προσιτή στέγη, η δημοσιονομική ανθεκτικότητα και η επιστολική ψήφος δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Είναι πεδία στα οποία θα κριθεί η καθημερινότητα, η κοινωνική συνοχή, η σχέση του πολίτη με το κράτος και η θέση της χώρας μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη χρειάζεται αρχές που να θέτουν τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Η κλιματική κρίση απαιτεί θεσμική πρόνοια για την ανθεκτικότητα των υποδομών, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαχείριση κρίσιμων φυσικών πόρων. Η προσιτή στέγη δεν είναι απλώς ζήτημα αγοράς, αλλά όρος κοινωνικής ασφάλειας, ιδίως για τους νέους ανθρώπους και τις οικογένειες. Σε περιοχές όπως η Κρήτη και το Ρέθυμνο, όπου η τουριστική ανάπτυξη, η φοιτητική παρουσία και οι πιέσεις στην κατοικία συνυπάρχουν καθημερινά, η διάσταση αυτή αποκτά απολύτως συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Η επιστολική ψήφος, από την πλευρά της, αφορά την ίδια τη δημοκρατική συμμετοχή. Η Πολιτεία οφείλει να διευκολύνει τον πολίτη να ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα. Όχι να τον εγκλωβίζει σε διαδικαστικές δυσκολίες που ανήκουν σε άλλες εποχές. Η Δημοκρατία γίνεται πιο ισχυρή όταν διευρύνει τη συμμετοχή και όταν εμπιστεύεται τους πολίτες της.
Ο Πρωθυπουργός έθεσε το πλαίσιο μιλώντας για την Ελλάδα του 2030. Η φράση αυτή έχει ειδικό βάρος. Το 2030 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την επίσημη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Το ερώτημα είναι αν αυτή η επέτειος θα μας βρει μόνο με τελετές μνήμης ή και με θεσμούς ικανούς να υπηρετήσουν τη χώρα των επόμενων δεκαετιών. Η αναθεώρηση δεν μπορεί να εξαντλείται στον χρόνο της πολιτικής συγκυρίας. Οφείλει να έχει ορίζοντα την επόμενη γενιά.
Σε αυτό το σημείο κρίνεται και η στάση όλων των πολιτικών δυνάμεων. Η διαφωνία είναι θεμιτή. Η κριτική είναι απαραίτητη. Η επιφύλαξη μπορεί να είναι χρήσιμη, όταν συνοδεύεται από πρόταση. Εκείνο που δεν επαρκεί είναι η γενική άρνηση χωρίς εναλλακτική. Η επίκληση της θεσμικής ευαισθησίας δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι αποφυγής. Διότι η θεσμική ευαισθησία αποδεικνύεται μέσα στη διαδικασία, όχι έξω από αυτήν.
Η Νέα Δημοκρατία ανέλαβε την πρωτοβουλία και κατέθεσε συγκεκριμένη πρόταση. Η Βουλή έχει πλέον τον λόγο. Η συζήτηση που ξεκινά δεν πρέπει να μικρύνει για να χωρέσει στις ανάγκες της τρέχουσας αντιπαράθεσης. Πρέπει να σταθεί στο ύψος του αντικειμένου της. Με σοβαρότητα, με επίγνωση των ορίων κάθε πλευράς, αλλά και με καθαρές απαντήσεις.
Το Σύνταγμα δεν αλλάζει συχνά. Και όταν αλλάζει, οφείλουμε να ξέρουμε γιατί. Η Ελλάδα έχει μπροστά της την ευκαιρία να διορθώσει αδυναμίες, να κλείσει εκκρεμότητες και να θέσει αρχές για ζητήματα που ήδη διαμορφώνουν το μέλλον. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η αναθεώρηση είναι πολιτικά βολική. Είναι αν η χώρα έχει την ωριμότητα να τη συζητήσει χωρίς υπεκφυγές. Και σε αυτό το ερώτημα όλοι θα κριθούν.