Του Κώστα Κεφαλογιάννη
Τρία χρόνια από το δυστύχημα των Τεμπών συμπληρώνονται σήμερα Σάββατο. Τα περσινά συλλαλητήρια, στην αντίστοιχη επέτειο των δυο ετών, υπήρξαν ιστορικά: σε μέγεθος, σε ήθος, σε ύφος. Σπανίως έως ποτέ είχαμε δει ξανά στην Μεταπολίτευση τέτοιο πλήθος, να διαδηλώνει ειρηνικά, χωρίς κομματικό πρόσημο, δίχως οργάνωση, με βασικό αίτημα την αλήθεια και την δικαιοσύνη.
Τα παραπάνω δεν έχουν αλλάξει. Για την ακρίβεια, τώρα που πλησιάζει η έναρξη της δίκης επανέρχονται με μεγαλύτερη ορμή ή έστω έτσι θα έπρεπε.
Και τότε γιατί η δημόσια συζήτηση έχει ατονίσει και οι συγκεντρώσεις του Σαββάτου εικάζεται βάσιμα ότι θα είναι μικρότερες από τις περσινές:
Εντάξει, όλοι καταλαβαίνουμε ότι η πολιτική πρωτοβουλία της Μαρίας Καρυστιανού έχει κάνει ζημιά στο “κίνημα” (ας το πούμε έτσι ώστε να καταλαβαινόμαστε) των Τεμπών. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε περισσότερο, το πώς και το γιατί έχουν αναλυθεί εκτενώς.
Ωστόσο αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για το μέγεθος των συλλαλητηρίων, τότε νομίζω ότι θα πρέπει θέσουμε στον εαυτό μας αλλά και γενικά στη δημόσια συζήτηση ένα καίριο ερώτημα: για ποιο λόγο διαδηλώσαμε τελικά πέρυσι;
– Για την Μαρία Καρυστιανού;
– Επειδή πιστέψαμε στις θεωρίες για το ξυλόλιο ή οποιοδήποτε παράνομο φορτίο στην εμπορική αμαξοστοιχία;
– Για να πέσει ο Μητσοτάκης;
Δεν μπορώ και δεν θέλω να απαντήσω για τον καθένα ξεχωριστά. Ούτε θα κρίνω τι παρακινεί οποιονδήποτε να βγει στους δρόμους – άλλωστε η κοινωνική δράση είναι καλύτερη από την αδράνεια. Απλώς, σε προσωπικό επίπεδο, θεωρούσα και θεωρώ πολλές από τις συγκεκριμένες συζητήσεις παρελκυστικές. Ακόμα και η κυβέρνηση που κάποια στιγμή αιφνιδιάστηκε από την εξάπλωση της θεωρίας περί συγκάλυψης και παράνομου φορτίου, στην πορεία βρήκε τον τρόπο να την εκμεταλλευτεί και να την γυρίζει υπέρ της: “μα καλά, διαδηλώνεται με όσους “ψεκασμένους” συνεχίζουν να πιστεύουν τέτοια πράγματα”; Μια επικοινωνιακή διαχείριση με θράσος μεν, που δείχνει να πιάνει δε.
Επαναφέρω λοιπόν το βασικό ερώτημα: Για ποιο λόγο διαδηλώσαμε πέρυσι;
Υπάρχει πραγματικά κάτι σημαντικότερο από το γεγονός ότι δυο τρένα πήγαιναν το ένα πάνω στο άλλο επί 15 λεπτά, χωρίς κανείς να αποτρέψει το μοιραίο. Υπάρχει κάτι σημαντικότερο από το να καταλογιστούν ευθύνες στο πολιτικό προσωπικό της χώρας για τις παραλείψεις που οδήγησαν στον θάνατο 57 νέους ανθρώπους; Υπήρξε ευθύς – εξαρχής πιο καίριο και κρίσιμο διακύβευμα από αυτό;
Το τι άποψη έχει ο καθένας για την κ. Καρυστιανού, ειδικά τώρα που μπαίνει στον πολιτικό στίβο, είναι δικό του θέμα. Αν όμως η υποστήριξή μας στο αίτημα να αποδοθεί δικαιοσύνη για το φριχτό δυστύχημα των Τεμπών, ένα δυστύχημα που μπορούσε και έπρεπε να αποφευχθεί, εξαρτάται από πρόσωπα, θεωρίες και πολιτικές/κομματικές αφετηρίες τότε δυστυχώς επιβεβαιώνονται όσοι ισχυριζόταν πως στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ βάθος και ήταν συγκυριακή.
Ευελπιστώ τα συλλαλητήρια να δείξουν το αντίθετο .