Της Σοφίας Νεοφύτου
Το 2025 δεν θα μείνει στην ιστορία ως μια χρονιά σταθερότητας για τη διεθνή τάξη ασφάλειας. Αντιθέτως, αποτέλεσε μια περίοδο κατά την οποία συσσωρευμένες κρίσεις επιταχύνθηκαν και παγιώθηκαν, αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες των υφιστάμενων μηχανισμών αποτροπής και συνεργασίας. Αν και επιτεύχθηκε εκεχειρία στον βίαιο πόλεμο της Γάζας, οι αμοιβαίες κατηγορίες για παραβιάσεις της εκεχειρίας και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου δημιούργησαν ένα εύθραυστο περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, από την Ουκρανία έως το Σουδάν, συγκρούσεις παρέμειναν αδιέξοδες, ενώ νέες εστίες έντασης διαμορφώθηκαν από τη Λατινική Αμερική έως τη Νότια Ασία.
Μπροστά σε αυτή την κλιμακούμενη ανασφάλεια, οι κυβερνήσεις αύξησαν δραστικά τις αμυντικές τους δαπάνες σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί από τον Ψυχρό Πόλεμο. Αντιστρόφως, η διεθνής αναπτυξιακή βοήθεια περιορίστηκε, επιδεινώνοντας τις συνθήκες σε χώρες που ήδη δοκιμάζονται από συγκρούσεις και αποδυναμώνοντας κρίσιμους μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τέσσερις βασικές τάσεις διαμόρφωσαν το τοπίο της παγκόσμιας ασφάλειας το 2025.
Πυρηνική αβεβαιότητα
Ο έλεγχος των πυρηνικών εξοπλισμών συνέχισε να αποδομείται. Οι αυξημένες δοκιμές πυρηνικών και συμβατικών πυραύλων από μεγάλες δυνάμεις ενίσχυσαν τον κίνδυνο κλιμάκωσης, ενώ η συνεχιζόμενη διεύρυνση του κινεζικού πυρηνικού οπλοστασίου μεταβάλλει τις στρατηγικές ισορροπίες.
Οι εντάσεις μεταξύ πυρηνικών οπλισμένων κρατών, όπως η κρίση Ινδίας–Πακιστάν, ανέδειξαν πόσο γρήγορα περιφερειακές αντιπαραθέσεις μπορούν να αποκτήσουν παγκόσμιες διαστάσεις. Στη Μέση Ανατολή, τα πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις και η περιορισμένη διαφάνεια γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης αύξησαν τον κίνδυνο διάχυσης της ανασφάλειας σε ολόκληρη την περιοχή.
Η επικείμενη λήξη της τελευταίας εναπομείνασας συμφωνίας ελέγχου πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας καθιστά το 2026 κομβικό έτος. Χωρίς έστω μια προσωρινή παράταση, το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κούρσας εξοπλισμών καθίσταται ιδιαίτερα πιθανό.
Η κανονικοποίηση του υβριδικού πολέμου στην Ευρώπη
Το 2025 κατέστη σαφές ότι ο υβριδικός πόλεμος δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση αλλά μόνιμο χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ασφάλειας. Παραβιάσεις εναέριου χώρου, σαμποτάζ σε κρίσιμες υποδομές και εκτεταμένη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων προκάλεσαν σοβαρές διαταραχές, ιδίως στις μεταφορές και στην αμυντική ετοιμότητα.
Η αδυναμία πολλών κρατών να αντιμετωπίσουν οικονομικά και τεχνικά τα drones ανέδειξε ένα κρίσιμο κενό άμυνας. Ταυτόχρονα, η δυσκολία απόδοσης ευθύνης καθιστά τις πολιτικές και στρατιωτικές απαντήσεις εξαιρετικά περίπλοκες. Η συζήτηση περί πιθανής κατάρριψης εχθρικού αεροσκάφους αποτυπώνει το πόσο εύθραυστη είναι πλέον η ισορροπία μεταξύ αποτροπής και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Γεωπολιτικός εξαναγκασμός
Το 2025 ανέδειξε με σαφήνεια τη μετάβαση σε μια εποχή «οπλοποιημένης αλληλεξάρτησης». Ο έλεγχος κρίσιμων πρώτων υλών, τεχνολογιών και αγορών αξιοποιήθηκε ως μοχλός πολιτικής πίεσης. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές στρατηγικών υλικών και εξαρτημάτων έδειξαν πόσο ευάλωτες είναι ακόμη και οι πιο ανεπτυγμένες οικονομίες.
Ως απάντηση, πολλά κράτη επενδύουν στην ενίσχυση της στρατηγικής τους αυτονομίας και στη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών τους αλυσίδων.
Το Διάστημα ως νέο πεδίο αντιπαράθεσης
Η ασφάλεια στο Διάστημα αναδείχθηκε σε κεντρικό ζήτημα το 2025. Η εξάρτηση πολλών κρατών από περιορισμένο αριθμό παρόχων διαστημικών δυνατοτήτων κατέστη εμφανής, οδηγώντας σε νέες εθνικές στρατηγικές και αυξημένες επενδύσεις. Παράλληλα, καταγγελίες για παρεμβολές και για ανάπτυξη διαστημικών όπλων ενίσχυσαν τους φόβους για μια νέα κούρσα εξοπλισμών πέρα από την ατμόσφαιρα.
Το Διάστημα εξελίσσεται ταυτόχρονα σε εμπορικό, στρατηγικό και στρατιωτικό πεδίο, χωρίς όμως αντίστοιχη πρόοδο στη διεθνή του διακυβέρνηση. Η απουσία επικαιροποιημένων κανόνων αυξάνει τον κίνδυνο ατυχημάτων και εσκεμμένων προκλήσεων.
Τι να περιμένουμε το 2026
Το 2026 διαγράφεται ως χρονιά καμπής. Η λήξη κρίσιμων συμφωνιών ελέγχου εξοπλισμών και οι διεθνείς διασκέψεις για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων θα δοκιμάσουν τη βούληση των κρατών να συνεργαστούν απέναντι σε υπαρξιακές απειλές. Το βασικό ερώτημα για το 2026 δεν είναι αν οι απειλές θα αυξηθούν, αλλά αν τα κράτη θα καταφέρουν να χαράξουν κοινές «κόκκινες γραμμές» και νέες στρατηγικές. Αν υπάρξει συντονισμένη προσπάθεια για την ενίσχυση της αποτροπής, της διαφάνειας και της συνεργασίας, η διεθνής τάξη μπορεί να σταθεροποιηθεί, έστω προσωρινά.
Πηγή: chathamhouse.org


