Τα αποτελέσματα εργαστηριακής μελέτης που δείχνουν ότι μια τρίτη δόση του εμβολίου παρέχει παρόμοιο επίπεδο εξουδετερωτικών αντισωμάτων στην μετάλλαξη Όμικρον, συγκρίσιμο με δύο δόσεις κατά του αρχικού κορωνοϊού και άλλων παραλλαγών που έχουν εμφανιστεί, σχολίασε μιλώντας στον Περιφερειακό Τηλεοπτικό Σταθμό CRETA και στην εκπομπή Live με την Αντιγόνη, ο καθηγητής Ιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Αλέξανδρος Ζαφειρόπουλος.

Όπως ανέφερε ο κ. Ζαφειρόπουλος, αυτή τη στιγμή προετοιμάζονται δύο εργασίες για να βγουν στη δημοσιότητα, στις οποίες ελέγχεται η αποτελεσματικότητα των αντισωμάτων που βρίσκονται σε εμβολιασμένους. «Είναι ακόμη προκαταρκτική, τα αποτελέσματα δεν έχουν ολοκληρωθεί οι μελέτες, αλλά από αυτά που είδα στις εργασίες όντως τα αντισώματα που έχουν τον ορό των εμβολιασμένων μπορούν να εξουδετερώσουν το νέο στέλεχος. Αυτό που επηρεάζει τον ορό είναι το θέμα της ποσότητας, αν έχουμε μεγάλες ποσότητες μπορούμε να εξουδετερώσουμε το νέο στέλεχος, αν αρχίσει να εξασθενούν δυσκολεύεται το αντίσωμα να εξουδετερώσει τον ιό. Χρειάζεσαι 40 φορές μεγαλύτερη ποσότητα να εξουδετερώσεις το νέο στέλεχος σε σχέση με το προηγούμενο. Το αισιόδοξο όμως είναι ότι αυτά τα αντισώματα που παράγονται από το εμβόλιο μπορούν να εξουδετερώσουν το νέο στέλεχος».

Όσον αφορά την επιθετικότητα και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων από τη νέα μετάλλαξη, ο κ. Ζαφειρόπουλος σημείωσε πως πρέπει όλοι οι ειδικοί να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στα όσα λένε. «Θα πρέπει να περιμένουμε μερικές εβδομάδες για να πάρουμε αξιόπιστα αποτελέσματα όσον αφορά τη μεταδοτικότητα»

Παράλληλα, έδωσε τέλος στα σενάρια που λένε ότι τα μοριακά τεστ δεν μπορούν να ανιχνεύσουν την νέα μετάλλαξη. «Ο ιός έχει 50 μεταλλάξεις σε σχέση με το αρχικό στέλεχος, αυτό δεν σημαίνει ότι σε όλα τα στελέχη Όμικρον θα βρούμε όλες τις μεταλλάξεις. Ένα στέλεχος μπορεί να έχει τις 48, ο μέσος όρος είναι οι 50 μεταλλάξεις, οπότε κάποια στελέχη από αυτά που παράγει ο ιός μπορεί να τους λείπει η συγκεκριμένη μετάλλαξη που χρησιμοποιείται στις γονοτυπικές αναλύσεις για την εύκολη ανίχνευση με τη βοήθεια PCR του στελέχους Όμικρον. Δεν είναι ότι το μοριακό δεν δουλεύει, δουλεύει μια χαρά. Αυτό που μπορεί να μας δημιουργήσει είναι η διάταξη που χρησιμοποιούμε για να διαπιστώσουμε αν πρόκειται για στέλεχος α, β, γ ή δ. Αυτό θα επηρεάσει και το δικό μας εργαστήριο γιατί χρησιμοποιούμε τη συγκεκριμένη μετάλλαξη που υπήρχε στο βρετανικό στέλεχος και στην καινούρια. Είναι πολύ βολικό για να παίρνουμε αμέσως μια εντύπωση με το τι έχουμε να κάνουμε».

Ο κ. Ζαφειρόπουλος αναφέρθηκε στους εμβολιασμούς των παιδιών ηλικίας 5 έως 11 ετών, λέγοντας πως και για τους ενήλικες ισχύει το ίδιο ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο κάθε γονέας σε συνεργασία με τον παιδίατρο του. «Θέλουμε να νοσήσει το παιδί ή να το περάσει πιο ελαφριά όντας εμβολιασμένο; Εγώ θα προτιμούσα το παιδί να είναι εμβολιασμένο όταν  νοσήσει για να ένα βασικό επίπεδο άμυνας και να περάσει ανώδυνα τη λοίμωξη».

Αναφέρθηκε και στην επιδημιολογική εικόνα της Κρήτης λέγοντας πως το νησί, πάντα ήταν σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με άλλες περιοχές, κάτι στο οποίο ενδεχομένως να βοηθάει το κλίμα. «Αναφορικά με το Ρέθυμνο, είναι μικρή η βελτίωση. Στην Κρήτη έχουμε ακόμη υψηλά επίπεδα κρουσμάτων, πρέπει να κάνουμε μια προσπάθεια να το περιορίσουμε. Στο νησί, πέρα από την Όμικρον που βρήκαμε και προσπαθούμε να περιορίσουμε αφού έχουν γίνει οι κατάλληλες κινήσεις, υπάρχει η διασπορά των μεταλλάξεων της Δέλτα που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Πρέπει να ξέρει o κόσμος ότι η μετάλλαξη Δέλτα, μεταλλάσσεται συνεχώς στην Κρήτη και έχει παράγει στελέχη που σχεδόν την έχουν αντικαταστήσει. Είναι πιο μολυσματικά και αποτελεσματικά, σχεδόν πολλαπλάσια και έχουν σχεδόν εξαφανίσει το πατρικό τους στέλεχος. Σε λιγότερο από 20% των δειγμάτων είναι το κλασσικό στέλεχος Δέλτα, οι περισσότερες δεν μας ανησυχούν, η Δέλτα+ έχει το δυναμικό να εξαπλωθεί και δυστυχώς την έχουμε και στην Κρήτη».

Κλείνοντας ο κ. Ζαφειρόπουλος σημείωσε πως οι μεταλλάξεις που παράγονται αυτή τη στιγμή, ο απόγονος, είναι η λεγόμενη Δέλτα+. «Έχουμε ίσως 10 – 15 κρούσματα στην Κρήτη και προσπαθούμε να τα περιορίσουμε, σε κάθε περίπτωση η συμπτωματολογία είναι η ίδια».