Σάββατο, 30 Αυγούστου, 2025
20.5 C
Ηρακλείου

Δες τον καιρό

Τι απαντά ο Γ. Χαραλαμπίδης στον συγγραφέα του βιβλίου

Πρέπει να διαβάσετε

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης

Σε απάντηση επιστολής που απέστειλε στον όμιλο CRETA ο κ. Γεώργιος Κορναράκης και επειδή αναφέρεται κατ’ επανάληψη προσωπικά σε εμένα, απαντώ τα κάτωθι:

Από τις 16/1, που διαβάζοντας σχετική επιφυλλίδα σε εφημερίδα πληροφορήθηκα την έκδοση από την Περιφέρεια Κρήτης του βιβλίου “Φωτίζοντας το κρυφό σχολειό”, σχολίασα πρώτα στα μ.κ.δ. και εν συνεχεία σε μέσα του ομίλου CRETA το συγκεκριμένο γεγονός. Σκοπός του σχολιασμού μου δεν ήταν ούτε ο συγγραφέας ούτε το πόνημά του, αλλά η επιλογή της ΠΚ να εκδώσει το έργο αυτό και μάλιστα στο πλαίσιο της επετείου των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Τα σχόλιά μου είναι δημόσια ανηρτημένα και προσβάσιμα, οπότε παρέλκει η επανάληψή τους εδώ. Είναι σκόπιμο όμως να αναφέρω ξανά, αυτό που εξαρχής τόνισα, ότι η διάθεση οποιουδήποτε ανθρώπου να εκφράσει τις απόψεις του για οποιοδήποτε θέμα είναι σεβαστή, φυσικά και με τη μορφή της έκδοσης βιβλίου. Το περιεχόμενο, ωστόσο, των απόψεων είναι προφανώς προς κρίση, ενώ το καίριο ζήτημα, και σε ό,τι με αφορά το προκείμενο θέμα, είναι η επιλογή του κορυφαίου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης του τόπου μας να υποστηρίξει την έκδοση ενός βιβλίου που δεν συνάδει με τη σύγχρονη ιστοριογραφία και δεν προωθεί την επιστημονική γνώση. Οι επιλογές των θεσμικών οργάνων υπόκεινται στην κρίση των πολιτών, είναι βασική συνιστώσα της δημοκρατίας αυτή η αρχή.

Προφανώς, ο συγγραφέας του βιβλίου αποδέχεται μόνο θετικές γνώμες για το πόνημά του και αντιλαμβάνεται τη συζήτηση με προσωπικούς όρους. Αυτά όμως αφορούν τον ίδιο. Ούτε πόσοι και ποιοι εκδοτικοί οίκοι επιθυμούσαν να εκδώσουν το βιβλίο ρωτήσαμε, ούτε τους λόγους για τους οποίους δόθηκε στην ΠΚ προς έκδοση. Δεν μας αφορούν αυτά. Όπως δεν μας αφορούν και οι εικασίες του κ.Κορναράκη για τα “κίνητρά” μας. Πριν σχολιάσω επιγραμματικά τη σύνοψη της επιχειρηματολογίας του βιβλίου, που παραθέτει (χωρίς καμία παραπομπή) η επιστολή, θα αναφερθώ σε δύο ζητήματα.

Πρώτον, το να επικαλείται κάποιος την ιδιότητα του ιστορικού επιστήμονα συνεπάγεται μια έστω συστηματική σπουδή με αντίστοιχο τίτλο σπουδών. Και στα δύο πανεπιστήμια που φοίτησα, παρακολούθησα και πέρασα επιτυχώς παιδαγωγικά μαθήματα. Με κάνει επιστήμονα παιδαγωγό αυτό; Ή μήπως θα είμαι παιδαγωγός, αν γράψω μια διατριβή πχ για την ιστορία ενός σχολείου; Όχι βέβαια. Ο δε Άλκης Αγγέλου, στον οποίο αναφέρθηκα επειδή είναι ο συντάκτης του σχετικού κεφαλαίου στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (τόμ. Ι’, σσ 366 κ.ε, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι, 1975) βεβαίως ήταν φιλόλογος, όμως όλοι γνωρίζουν ότι αφενός στη γενιά του δεν υπήρχαν τμήματα ιστορίας στις φιλοσοφικές σχολές των πανεπιστημίων μας, αφετέρου, όπως ρητά ανέφερα, ήταν “ιστορικός της παιδείας”, καθώς έγραψε εξαιρετικά έργα για την ιστορία της παιδείας και των γραμμάτων. Με την αποτίμηση λοιπόν του έργου του στο πεδίο αυτό, δικαιολογεί τον όρο. Υποθέτω ότι ο κ.Κορναράκης μας επιτρέπει να μην τον εξισώσουμε με τον Άλ.Αγγέλου. Το να θέλει κάποιος που δεν είναι ιστορικός να γράφει ιστοριογραφικά κείμενα δεν είναι καθόλου κακό, τουναντίον. Το να αξιώνει όμως την a priori αποδοχή του και την ασυλία από την κριτική, είναι μάλλον τουλάχιστον άτοπο. Την υποτιμητική αναφορά στους “πραγματικούς” ιστορικούς την προσπερνώ, είναι άνευ σημασίας. Θα συμβούλευα όμως τον κ.Κορναράκη να προσπαθήσει να καταλάβει περισσότερα για την μεθοδολογία του ερευνητικού και αναλυτικού στοχασμού των ιστορικών, αφού τόσο πολύ του αρέσει η ιστοριογραφία. Το κείμενο βρίθει εσφαλμένων ή ελλειμματικών ερμηνειών, όπως για παράδειγμα η σύγχυση μεταξύ της ελευθερίας λειτουργίας σχολείων και του ελέγχου των επαναστατικών ιδεών. Προφανώς και είναι βασική η ερμηνεία κάθε πηγής, αλίμονο, γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία και η γνώση του πλαισίου στο οποίο διατυπώνεται η πηγή, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αναφέρεται. Ακριβώς για αυτούς τους λόγους είναι εντελώς άτοπη πχ η αναφορά της συγκεκριμένης περικοπής του Αδ.Κοραή. Ψιλά γράμματα, μάλλον.

Δεύτερον, αδυνατώ να κατανοήσω την μομφή περί μη ενασχόλησης με το έργο του κ.Κορναράκη το 2011, όπως και την επίκληση του δικαίου των προσωπικών δεδομένων για την αξιολόγηση του έργου του. Κυριολεκτικά αδυνατώ. Γιατί έπρεπε να ασχολούμαι και πριν έντεκα χρόνια με όσα έχει γράψει ο κ.Κορναράκης για να δικαιούμαι να τον κρίνω σήμερα; Και πώς σχετίζεται η νομοθεσία για τα… προσωπικά δεδομένα; Κύριος οίδε.

Σε σχέση με τα γραφόμενα για το περιεχόμενο του βιβλίου, καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα: η υπόθεση του “κρυφού σχολειού” δεν αφορούσε ποτέ την σποραδική και περιστασιακή λειτουργία ελάχιστων σχολείων μέσα σε πέντε αιώνες, αντίθετα αφορούσε μια αντίληψη για γενικό κατατρεγμό και απαγόρευση της χριστιανικής εκπαίδευσης σε όλο το εύρος και την χρονική διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Ακόμα όμως και οι μεμονωμένες μαρτυρίες και αναφορές σε περιστασιακή ύπαρξη τέτοιων σχολείων είναι τόσο ισχνές και αμφιλεγόμενες λογικά, χρονολογικά και πραγματολογικά, που καθιστούν τη σχετική συζήτηση περιπτωσιολογία και μάλιστα αόριστη, στην οποία δεν είναι ούτε σκόπιμο ούτε δυνατό να μπω. Η προσπάθεια σύστασης δε μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας φανερώνει εν πολλοίς άγνοια του οθωμανικού πλαισίου αναφοράς, τόσο σε επίπεδο πολιτικής διοίκησης, όσο και σε επίπεδο εκπαιδευτικής συγκρότησης, αλλά ακόμα και στην έννοια και λειτουργία του millet (θρησκευτική-πολιτισμική κοινότητα).

Επειδή, φυσικά, είναι αδύνατη η στήριξη της γενικευμένης απαγόρευσης και δίωξης της εκπαίδευσης, επιλέγεται η σταχυολόγηση σχετικών και άσχετων, άμεσων και έμμεσων αναφορών που υποτίθεται ότι συνιστούν αποδείξεις περί της ύπαρξης κρυφών σχολείων ως συνήθη μεθοδολογία καταφυγής σε περιόδους κρίσεων. Ποιες είναι όμως ακριβώς οι περίοδοι αυτές; Γιατί, από αυτό το σημείο μέχρι την παραδοχή ακόμα και ολόκληρης της τουρκοκρατίας ως μιας περιόδου κρίσης, ο δρόμος είναι μικρός. Δεν υπάρχει ουσιαστικά σύνδεση ανάμεσα στις αναφορές και σε συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη συγκυρία έκτακτων συνθηκών. Για να μην αναφέρουμε καν ότι ουσιαστικά αποσιωπάται όλη η ιστοριογραφική εργασία πολλών δεκαετιών που έχει προ πολλού προσπεράσει το ζήτημα πειστικά. Οπότε, τι αποτέλεσμα έχει η επαναφορά της συζήτησης αυτής σε ένα πεδίο που έχει από κάθε άποψη εξαντληθεί; Το αποτέλεσμα είναι να τροφοδοτείται η ευρέως διαδεδομένη σε λαϊκό επίπεδο στρέβλωση περί ανυπαρξίας εκπαίδευσης και γενικής λειτουργίας κρυφών σχολείων.

Ο κ.Κορναράκης κάνει λόγο για “αναθεωρητές” ιστορικούς, χρησιμοποιώντας εσφαλμένα έναν όρο της μεταπολεμικής ιστοριογραφίας. Ακόμα κι έτσι όμως, κάνει δυο φορές λάθος, γιατί “αναθεωρητής” εδώ είναι ο ίδιος, όχι οι ιστορικοί που έχουν απορρίψει την υπόθεση του κρυφού σχολειού. Εκείνος είναι που επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση που θεωρείται από πολλού χρόνου περατωμένη, εκείνος προσπαθεί να αναθεωρήσει την κυρίαρχη, τεκμηριωμένη και κοινώς παραδεκτή αντίληψη για την παιδεία και εκπαίδευση του Ελληνισμού στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Κι αυτό ασφαλώς σε ό,τι αφορά τον ίδιο είναι, όπως είπαμε, δικαίωμα. Για τα θεσμικά όργανα που υποστήριξαν την έκδοση όμως είναι ατόπημα, γιατί έχουν ευθύνη. Αναθεωρητής ήταν ο Άλ.Αγγέλου; Αναθεωρητές και οι Απ.Βακαλόπουλος και Αν.Ξυγγόπουλος οι καθ’ ύλην αρμόδιοι επόπτες της ΙΕΕ πριν πενήντα χρόνια που απέρριψαν τον μύθο του κρυφού σχολειού; Αναθεωρητής και ο Κ.Λάππας που δεν αναφέρει καν τον όρο στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (τόμ. 2, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2004), αναθεωρητής και ο Β.Παναγιωτόπουλος ο γενικός επιμελητής του έργου; Και αναφέρω μόνο τα δύο μνημειώδη συνθετικά έργα των τελευταίων δεκαετιών, που μπορεί να βρει καθένας σε κάθε ενημερωμένη βιβλιοθήκη.

Αφού παραδέχεται ο κ.Κορναράκης την ύπαρξη και λειτουργία πλήθους σχολείων σε όλη τη διάρκεια και όλο το εύρος της οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά και την ανυπαρξία απαγορεύσεων, τι νόημα έχει η συζήτηση; Δεν προβλημάτισε τον συγγραφέα του βιβλίου ότι πέρασε το 2021 με τέτοιο πλήθος δημοσιευμάτων, αφιερωμάτων, συνεδρίων, διαλέξεων και δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά κανείς ειδικός επιστήμονας με το αντικείμενο αυτό; Γιατί άραγε; Και εν πάση περιπτώσει, ο κ.Κορναράκης το βρίσκει ενδιαφέρον και αναλώνεται σε αυτό, καλά κάνει. Η κριτική μας σε τι τον ενοχλεί; Ποιος του εγγυήθηκε ότι δεν τον αγγίζει η κριτική; Πόσο μάλλον όταν αυτή δεν απευθύνθηκε πρωτογενώς καν προς τον ίδιο. Θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί ότι οι ενστάσεις μας αφορούν την ένδεια τοπικών θεσμικών συμβολών στην γνωστική παραγωγή για το 1821 και το άστοχο της επιλογής να προβληθεί σε θεσμικό επίπεδο και η θεματολογία και η επιχειρηματολογία που αντί να προχωρούν την ιστορική αντίληψη του κοινού μπροστά, αυξάνουν τη σύγχυση και μας κρατούν δέσμιους σε αναχρονιστικά ζητήματα. Αν αυτά προσκρούουν σε κάποια δυσανεξία προς την κριτική, τότε ίσως χρειάζεται περισσότερη άσκηση και λιγότερη έπαρση.

Η σύγχυση γύρω από το θέμα αυξάνεται με το συγκεκριμένο βιβλίο, γιατί ο συγγραφέας επιλέγει να παρουσιάσει ως ισότιμες και ισόκυρες τις δύο “αλήθειες”, αφενός ότι λειτουργούσαν σχολεία σε όλο ουσιαστικά το χωρικό και χρονικό εύρος του υπό οθωμανική κυριαρχία Ελληνισμού και αφετέρου τις περιπτωσιολογικές αναφορές σε περιστασιακή και σποραδική ανάγκη για συγκεκαλυμμένη εκπαιδευτική λειτουργία (που κι αυτή συνδέεται με θρησκευτικούς και όχι εκπαιδευτικούς περιορισμούς, κάτι που αποφεύγεται να εξηγηθεί). Και αναχρονιστική είναι η επιλογή του θέματος, γιατί η ιστοριογραφία προχωρεί, οι ιστορικοί χτίζουν πάνω στη γνώση που έχει σωρευτεί, ακόμα και στις όχι σπάνιες περιπτώσεις επαναφοράς της συζήτησης για ζητήματα που έχουν κριθεί, αυτή γίνεται για να διατυπωθούν διαφορετικά ερωτήματα, να κριθούν νέα στοιχεία και σε κάθε περίπτωση να αξιολογηθεί κάθε καινοφανής ισχυρισμός. Να υπάρξει δηλαδή εντέλει συζήτηση. Εδώ έχουμε αντίδραση ακόμα και στην κριτική.

Επειδή, ωστόσο, όπως φαίνεται, ο κ. Κορναράκης θεωρεί ότι έχουν πολύ μεγάλη… επιστημονική βαρύτητα οι αποστροφές από συνεντεύξεις ιστορικών, ας μου επιτραπεί να παραθέσω κι εγώ όχι ένα και παρερμηνευμένο, αλλά τρία αποσπάσματα από συνεντεύξεις:

  • του ομοτίμου καθηγητή σύγχρονης ιστορίας ΕΚΠΑ Θάνου Βερέμη:
    [Μύθος το κρυφό σχολειό] ”Δεν υπήρξε. Περιοδικά εμφανίζονταν κρυφά σχολειά, γιατί κάποιος βλαξ πασάς ήθελε να τους κάνει μουσουλμάνους. Συνέβαινε σποραδικά. Τις παραμονές της Επανάστασης δεν υπήρχε ούτε ένα κρυφό σχολειό. Νυχτερινά σχολεία ναι”. https://www.protothema.gr/greece/article/1106950/alitheies-kai-muthoi-gia-tin-epanastasi/
  • της πρ. πρυτάνεως του Παν/μίου της Σορβόνης, καθηγήτριας βυζαντινής ιστορίας Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ:
    “Τέλος, προσέθεσε πως τα περί «κρυφού σχολειού» δεν επιβεβαιώνονται με βάση τα ιστορικά κείμενα αλλά και από το γεγονός ότι υπήρχαν πολλές βιβλιοθήκες και σχολές που λειτουργούσαν κατά την οθωμανική περίοδο, που χωρίς αυτές δεν θα υπήρχε η γλώσσα όπως την ξέρουμε σήμερα.” https://www.tanea.gr/2013/06/26/greece/i-arbeler-apantaei-sti-repoysi-alla-paradexetai-oti-den-epibebaiwnontai-ta-peri-kryfoy-sxoleioy/
  • της καθηγήτριας νεότερης ιστορίας ΕΚΠΑ Μαρίας Ευθυμίου:
    “Δεν υπήρξε κρυφό σχολειό μέχρι και την δεκαετία του 1820. Τα σχολεία δεν ήταν κρυφά, ούτε παράνομα και αυτό γιατί η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ασχολήθηκε με τα θέματα της γλώσσας παρά μόνο με τα της θρησκείας, αφού είχε μια θεοκρατική διοίκηση και διοικούσε με βάση το Ισλάμ. Εξ αυτού – ειδικά στον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα- ο Ελληνισμός έχει να παρουσιάσει έναν εντυπωσιακό αριθμό σχολείων, καμία εικοσαριά των οποίων υψηλού επιπέδου. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν, μάλιστα, καλά εξοπλισμένα, με αίθουσες φυσικής, χημείας και βιβλιοθήκες, σε περιοχές της σημερινής ελληνικής επικράτειας, της Μ. Ασίας, της Κωνσταντινούπολης, της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Σχολεία φανερά. Ολοφάνερα. Καθόλου κρυφά.” https://www.thebest.gr/article/522690-

Για να παραμείνουμε όμως σοβαροί, ο επιστημονικός διάλογος, η έρευνα, η ίδια η ιστορική γνώση δεν προωθείται ούτε αναιρείται από συνεντεύξεις. Είναι και η ιστορική επιστήμη ένα συστηματικό πλαίσιο γνώσης του επιστητού, με τις δικές της πειθαρχίες, αλλά και με ευθεία αντιστοίχιση στο καθολικά αποδεκτό και ισχύον σύστημα μεθοδολογίας και κριτικής του επιστημονικού λόγου. Και αυτό ορίζει ότι, όταν θέλουμε να αναιρέσουμε, να συμπληρώσουμε ή να αναθεωρήσουμε μια κοινώς παραδεδεγμένη από την επιστημονική κοινότητα γνώση, τότε αρθρογραφούμε σε κάποια αναγνωρισμένη ειδική με το αντικείμενο επιστημονική επιθεώρηση ή εισηγούμαστε σε ένα ειδικό συνέδριο, όπου η θέση μας θα κριθεί ευθέως από τους ειδικούς στο συγκεκριμένο πεδίο. Τι από αυτά προηγήθηκε της εκδόσης του βιβλίου, ο συγγραφέας του οποίου παροτρύνει… εμάς να απευθυνθούμε σε συνέδρια για να το κρίνουμε;

Ολοκληρώνοντας, ευχόμενος και ευελπιστώντας ότι δεν θα χρειαστεί να επανέλθω, θα επαναλάβω ότι εξαρχής δεν θίξαμε ούτε το δικαίωμα του συγγραφέα να γράψει και να εκδώσει τις απόψεις του, ούτε την υπόστασή του με οιαδήποτε ανακρίβεια. Αντιθέτως, ξεκάθαρα τονίσαμε ότι μοναδική μας αλλά εδραία ένσταση είναι η επιλογή να υποστηριχθεί θεσμικά μια έκδοση που δεν δίνει ούτε υλικό χρήσιμο, ούτε μήνυμα ορθό για την τοπική και εθνική μας ιστορία στον 21ο αιώνα, κάτι για το οποίο οργανισμοί, όπως η ΠΚ, έχουν ευθύνη.

Σχετικά άρθρα

Άλλα Πρόσφατα