Η πρόσφατη ψήφιση ρύθμισης στις 19 Δεκεμβρίου, για την συνεπιμέλεια τέκνων, που κατατέθηκε στο νομοσχέδιο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, δημιουργεί σοβαρά και πολλά ερωτήματα για τον τρόπο άσκησης της νομοθετικής εξουσίας. Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που σε ένα νομοσχέδιο εντάσσεται μια άσχετη ρύθμιση, δυστυχώς αυτό γίνεται διαχρονικά επί όλων των κυβερνήσεων.
Στην περίπτωση αυτή όμως, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι πρώτη που έκανε χρήση της ήταν η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, η οποία λίγες ημέρες πριν την ψήφιση της ρύθμισης είχε απολέσει την αποκλειστική επιμέλεια των παιδιών της με απόφαση πρωτοδικείου από τον κ. Μίνωα Μάτσα.
Συγκεκριμένα, η τροπολογία προβλέπει ότι σε υποθέσεις γονικής μέριμνας ανήλικων τέκνων, εάν ένας γονέας δεν ικανοποιείται από την απόφαση πρωτοδικείου, μπορεί, επικαλούμενος αόριστα «μεταβολή των συνθηκών», να καταθέσει εκ νέου αγωγή και να οδηγήσει την υπόθεση ξανά σε πρωτοβάθμια κρίση, χωρίς να αναμένει την εκδίκαση της έφεσης, ενώ τα δικαστήρια υποχρεώνονται να εξετάζουν κατά προτεραιότητα τέτοια αιτήματα.
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης από το πρωί ερωτάται γι αυτό το θέμα και τόνισε καταρχάς ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση – μαζί με άλλες έξι του Υπουργείου Δικαιοσύνης – εντάχθηκε στο νομοσχέδιο, ως επίσης προβλέπεται, στο κομμάτι των «λοιπών ρυθμίσεων» αλλά και ότι έγινε αναλυτική συζήτηση στη Βουλή, τόσο στην αρμόδια επιτροπή όσο και στην Ολομέλεια.
Όσον αφορά τα όσα γράφονται για αξιοποίηση της διάταξης από την υπουργό Τουρισμού, Όλγα Κεφαλογιάννη απάντησε πως «το γεγονός ότι αυτή τη διάταξη πήγανε και τη φορτώνουν σε έναν πολιτικό όταν αφορά όλο το λαό και έπρεπε να το ρυθμίσουμε, αδικεί τη ρύθμιση. Η ρύθμιση είναι υπέρ των πολιτών γιατί αφορά ένα δικαίωμα» .
Όπως είπε στο ΟΡΕΝ «έχουμε τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια που ένα δικαστήριο ρυθμίζει με έναν τρόπο. Το δικαίωμα του διαδίκου μέχρι τώρα ήταν να ασκήσει έφεση. Τώρα δώσαμε το δικαίωμα σε όποιον γονέα διαφωνεί, ότι εφόσον κάνει έφεση να μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο η εκτέλεση της απόφασης αυτής που εκδόθηκε να μην ισχύσει μέχρι να βγει η απόφαση του εφετείου, ό,τι δηλαδή ισχύει και στα άλλα δικαστήρια».
«Εμείς δώσαμε το δικαίωμα όποιος γονέας διαφωνεί επί της απόφασης να μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να αναστείλει την ισχύ της απόφασης μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως κάτι που ισχύει εδώ και 10ετιες για τα υπόλοιπα δικαστήρια» συμπλήρωσε.
Εξήγησε, μάλιστα, ότι «το καθεστώς των παιδιών έχει συνήθως ρυθμιστεί με ασφαλιστικά μέτρα και μετά βγαίνει μια τακτική απόφαση. Τα παιδιά δεν είναι σε καθεστώς που δεν έχει ρυθμιστεί πριν αλλά εκδίδεται μια απόφαση πρώτου βαθμού».
Σύμφωνα με τον υπουργό Δικαιοσύνης «η ανάγκη για τη ρύθμιση αυτή εκκρεμεί εδώ και πολύ καιρό γιατί ενώ ισχύει για όλες τις υποθέσεις της χώρας που άγονται στα δικαστήρια. Αυτό δεν υπήρχε για τα παιδιά. Ένας γονιός λοιπόν που δεν συμφωνεί με την απόφαση που εκδόθηκε ζητά με αίτηση στο δικαστήριο. Το δικαστήριο καλεί και τον άλλο γονιό και αυτός λέει διαφωνώ, τα παιδιά είναι μια χαρά δεν χρειάζεται να αλλάξει. Εμείς διατυπώσαμε τη διάταξη “η ισχύς της απόφασης που ζητάει ο διάδικος είναι μέχρι την έκδοση της απόφασης επί του ενδίκου μέσου και εκδίδεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις που το επιβάλει το συμφέρον του παιδιού”. Αυτό θα το αποφασίσει κυριαρχικά το δικαστήρια γιατί ο διάδικος μπορεί να λέει ό,τι θέλει».
«Δώσαμε, δηλαδή, το δικαίωμα σε κάποιο γονιό να προσφύγει παραπονούμενος γα την απόφαση π που έχει εκδοθεί σε ένα δικαστήριο, να καλέσει ο δικαστής υποχρεωτικά και τον άλλο γονιό και ο δικαστής θα αποφασίσει κυριαρχικά δεσμευόμενος αποκλειστικά από το συμφέρον του παιδιού» πρόσθεσε ο κ. Φλωρίδης.


