Έβρισκε ενδιαφερόμενους μέσω αγγελιών
Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στη διάρκεια της δίκης, ο Τζόνστον έβαζε αγγελίες σε ιστότοπους ερωτικού περιεχομένου και συγκέντρωνε αγνώστους για να έχουν ομαδικές σεξουαλικές επαφές με το θύμα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι κάθε φορά τουλάχιστον 15 άνδρες συμμετείχαν σε αυτά τα όργια. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις ο 67χρονος επέλεγε να πραγματοποιούνται οι πράξεις αυτές ακόμη και σε δημόσιους χώρους, όπως πάρκα όπου πηγαίνουν πολίτες τους σκύλους τους βόλτα. Συνήθως, πάντως, η επιλογή του ήταν απομονωμένες κατοικίες, όπου θεωρούσε ότι κανείς δεν θα τον ενοχλούσε από το να προχωρά στις αρρωστημένες του πράξεις.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Τζόνστον στις αγγελίες του έκανε λόγο για «όργια χωρίς όρια», καλώντας τους ενδιαφερόμενους να βγάλουν τα αρρωστημένα τους πάθη επάνω στη συγκεκριμένη γυναίκα.
Την ανάγκαζε να συνευρίσκεται με αγνώστους
Στη διάρκεια της δίκης έγινε γνωστό ότι ο Τζόνστον εξανάγκασε το θύμα του να συμμετάσχει σε εκατοντάδες σεξουαλικές συνευρέσεις με αγνώστους σε χώρους για σκύλους και σε ξενοδοχεία, ενώ αυτός τραβούσε φωτογραφίες και βιντεοσκόπησε τα αποτρόπαια αδικήματα. Μάλιστα, η γυναίκα αναγκάστηκε να βρεθεί πολλές φορές σε απομονωμένες περιοχές γύρω από την περιοχή του Νόρφολκ.
Το δράμα της γυναίκας αποκαλύφθηκε όταν φωτογραφίες και βίντεο από όσα ήταν αναγκασμένη να υφίσταται η μητέρα τους έφτασαν στα παιδιά της από άγνωστο αποστολέα, που ενημέρωσαν τις αρχές.
Μεταφέρθηκε επίσης σε δωμάτια ξενοδοχείων για να κάνει σεξ με άνδρες που είχαν απαντήσει στις αγγελίες που είχαν αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Στο δικαστήριο ακούστηκε, επίσης, ότι η γυναίκα εξαναγκαζόταν να συμμετέχει στις πράξεις αυτές, ενώ η δικαστής της υπόθεσης ανέφερε ότι ο εξαναγκασμός της γυναίκας να συμμετάσχει στα ομαδικά αυτά όργια, χωρίς όρια, ήταν βιασμός, σωματικός και ψυχολογικός.
«Πλέον, είμαι ελεύθερη»
Μετά την καταδίκη, το θύμα του Τζόνστον είπε: «Βρέθηκα σε μια κατάσταση που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα βρισκόμουν. Αυτό που υπέμεινα δεν θα το ευχόμουν σε κανέναν. Δεν είχα φωνή, δεν είχα επιλογή. Πλέον είμαι ελεύθερη».
Παράλληλα, περιέγραψε την Τζόνστον ως ένα «τέρας για το οποίο δεν ήμουν τίποτα περισσότερο από ένα αντικείμενο», προσθέτοντας: «Ένιωθα βρώμικη, άρρωστη, χρησιμοποιημένη, υποβαθμισμένη, ταπεινωμένη και τρομοκρατημένη, αλλά αυτό έγινε ο κανόνας μου. Δεν ξέρω πλέον ποια είμαι. Τώρα πρέπει να ξαναχτίσω τον εαυτό μου».
Επιπλέον, είπε: «Συχνά νιώθω χαμένη και αβέβαιη από πού να ξεκινήσω. Νιώθω άγχος για το μέλλον, αλλά για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες είμαι ελεύθερη».
Σημειώνεται ότι ο Τζόνστον, ο οποίος συνελήφθη αφού προσπάθησε να βγάλει τη γυναίκα από τη χώρα ενάντια στη θέλησή της, ισχυρίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης του ότι το σεξ ήταν συναινετικό.
Επιπλέον, ο Τζόνστον την είχε απομονώσει από τους φίλους και την οικογένειά της και με τη χρήση ενός GPS παρακολουθούσε τις κινήσεις της, δήλωσε ο εισαγγελέας της υπόθεσης.
Έντονες αντιδράσεις
Ο δράστης καταδικάστηκε για επτά αδικήματα, μεταξύ των οποίων την προτροπή μιας γυναίκας σε σεξουαλική επαφή μέσω απειλών ή εκφοβισμού και την πρόκληση σεξουαλικής δραστηριότητας χωρίς συναίνεση. Κρίθηκε επίσης ένοχος για καταναγκαστική και ελεγκτική συμπεριφορά, μεταξύ των ετών 1994 και 2024.
Πάντως, έντονες αντιδράσεις προκάλεσε στη Βρετανία το γεγονός ότι ο Τζόνστον ναι μεν καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, όμως του έχει δοθεί η δυνατότητα μετά τα 16 χρόνια παραμονής στη φυλακή να καταθέσει αίτημα αποφυλάκισής του. Πρωτοστάτης σε αυτό είναι ο βουλευτής των Συντηρητικών Τζέιμς Γουάιλντ, ο οποίος σε επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Όποιος διαβάσει μια περίληψη αυτής της υπόθεσης θα αηδιάσει με την εξαχρείωση που επιβλήθηκε στο θύμα. Δεδομένης της διάρκειας της κακοποίησης, του αριθμού των αναγκαστικών σεξουαλικών πράξεων και της ευαλωτότητας του θύματος, η ελάχιστη ποινή 16 ετών που επιβάλλεται είναι υπερβολικά επιεικής. Το κοινό αναμένει ότι οι σεξουαλικοί παραβάτες θα αντιμετωπίσουν σωστές ποινές».
Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ, η υπόθεση αναμένεται να εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό, ενώ η Αστυνομία διεξάγει έρευνες για να εντοπίσει όλους όσοι συμμετείχαν στην σεξουαλική κακοποίηση της γυναίκας μέσα σε αυτά τα τριάντα χρόνια.


